Συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τη διάθεση ρωσικού πετρελαίου κίνησης στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά ανακοίνωσε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου ο Ντόναλντ Τραμπ, επιχειρώντας να περιορίσει τις υψηλές τιμές των καυσίμων. Όπως αναφέρει το Sky News, η ανακοίνωση ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία των δύο προέδρων και αφορά συγκεκριμένα ντίζελ.

Σύμφωνα με το ίδιο μέσο, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε άμεση διάθεση περισσότερων από 300.000 τόνων, επιπλέον 500.000 τόνων τον Νοέμβριο και ενός εκατομμυρίου τόνων αμέσως μετά. Προανήγγειλε ακόμη τρία εκατομμύρια τόνους σε σύντομο χρονικό διάστημα, με την υλοποίηση αυτού του σκέλους να εξαρτάται από την κατάσταση των ρωσικών διυλιστηρίων.

Το Associated Press επισημαίνει ότι η συμφωνία συνοδεύεται από προσωρινή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων για το ρωσικό ντίζελ. Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε σχετική άδεια με ισχύ έως τον Απρίλιο του 2027, σε μια εξέλιξη που το πρακτορείο περιγράφει ως σημαντική αλλαγή στην πολιτική πίεσης προς τη Μόσχα για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Από τη ρωσική πλευρά, ο Πούτιν υποστήριξε ότι η εξέλιξη θα έχει θετική επίδραση στην παγκόσμια οικονομία. Σύμφωνα με το Sky News, ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης, Αλεξάντερ Νόβακ, δήλωσε ότι οι παραδόσεις μπορούν να αρχίσουν τον Οκτώβριο και να αυξηθούν τους επόμενους μήνες.

Η ανακοίνωση έρχεται πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Το Reuters αναφέρει ότι οι υψηλές τιμές του ντίζελ επιβαρύνουν μεταφορές, αγροτική παραγωγή και θέρμανση. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του καυσίμου υποχώρησαν μετά την είδηση, ωστόσο αναλυτές που επικαλείται το πρακτορείο εκτιμούν ότι οι ποσότητες δύσκολα θα εξασφαλίσουν μεγάλη και διατηρήσιμη πτώση των τιμών.

Έντονη ήταν η αντίδραση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Όπως μεταδίδει το Sky News, ο Ουκρανός πρόεδρος χαρακτήρισε τη συμφωνία «δώρο» προς τον Πούτιν, υποστηρίζοντας ότι η χαλάρωση των κυρώσεων χωρίς σαφή και διαρκή αποκλιμάκωση ενισχύει τη Ρωσία.

Παρά την ανακοίνωση, παραμένουν ανοιχτές κρίσιμες λεπτομέρειες. Ο Λευκός Οίκος δεν διευκρίνισε άμεσα ποιος θα πληρώσει για το καύσιμο ούτε πότε ακριβώς θα φθάσει στην αγορά. Η πραγματική επίδραση της συμφωνίας θα κριθεί επομένως από τις παραδόσεις και την πορεία των τιμών.