Στην ιστορία των Ενόπλων Δυνάμεων υπάρχουν αξιωματικοί που θυμούνται για τις θέσεις που κατείχαν, για τις επιχειρήσεις στις οποίες συμμετείχαν ή για τους βαθμούς στους οποίους έφτασαν. Ο Ιωάννης «Ντάνυ» Θεοφανίδης έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων του για κάτι δυσκολότερο να καταγραφεί σε ένα επίσημο βιογραφικό: τον τρόπο με τον οποίο διοικούσε.

Περισσότερο από μία δεκαετία μετά τον θάνατό του, το όνομά του εξακολουθεί να προκαλεί ιδιαίτερο σεβασμό στον στενό κόσμο των Ελλήνων υποβρυχίων καταστροφέων. Παλαιοί αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και κληρωτοί που πέρασαν από τη Μονάδα Υποβρυχίων Καταστροφών τον αποκαλούσαν «Πατριάρχη» ή «πατέρα των βατράχων». Όχι επειδή υπήρξε ο ιδρυτής της μονάδας ή ο πρώτος Έλληνας βατραχάνθρωπος, αλλά επειδή άφησε ισχυρό προσωπικό αποτύπωμα σε μια ολόκληρη γενιά στελεχών.

Ήταν αυστηρός στην εκπαίδευση και απαιτούσε από τους άνδρες του να ξεπερνούν τα όριά τους. Την ίδια στιγμή, θεωρούσε προσωπική του υποχρέωση να τους προστατεύει απέναντι σε κάθε άδικη ή υπερβολική παρέμβαση. Μπορούσε να τους εξαντλήσει ο ίδιος, αλλά δεν δεχόταν εύκολα να τους «πειράξει» κάποιος άλλος. Η σχέση που δημιουργούσε δεν ήταν η συνηθισμένη σχέση διοικητή και υφισταμένου. Ήταν μια σχέση εμπιστοσύνης, η οποία σε πολλές περιπτώσεις διατηρήθηκε και μετά την αποχώρησή του από το Πολεμικό Ναυτικό.

Τρεις γενιές αξιωματικών και η γραμμή του Κολοκοτρώνη

Ο Ιωάννης Θεοφανίδης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 1946. Το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν στενά συνδεδεμένο με το Πολεμικό Ναυτικό και με σημαντικές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Πατέρας του ήταν ο ναύαρχος Ιάσων Θεοφανίδης, αξιωματικός με δράση κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παππούς του ήταν ο επίσης ναύαρχος Ιωάννης Θεοφανίδης, ο οποίος είχε συμμετάσχει στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς Πολέμους, υπηρετώντας μεταξύ άλλων δίπλα στον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη.

Η οικογένεια συνδεόταν και με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Η γιαγιά του Ντάνυ, Αικατερίνη Ιωαννίδου, ήταν δισέγγονη του Γενναίου Κολοκοτρώνη, γιου του αρχηγού της Επανάστασης του 1821. Ο Θεοφανίδης μεγάλωσε επομένως σε ένα σπίτι στο οποίο η ναυτική παράδοση, η στρατιωτική υπηρεσία και η ελληνική ιστορία δεν αποτελούσαν αφηρημένες έννοιες, αλλά μέρος της οικογενειακής καθημερινότητας.

Μια τέτοια καταγωγή μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε βάρος. Ο ίδιος, όμως, δεν περιορίστηκε στον ρόλο του απογόνου δύο ναυάρχων και της οικογένειας Κολοκοτρώνη. Δημιούργησε τη δική του φήμη, σε έναν χώρο όπου τα οικογενειακά ονόματα έχουν μικρή σημασία εάν δεν συνοδεύονται από αντοχή, ικανότητα και προσωπικό παράδειγμα.

Για τους περισσότερους ανθρώπους της ΜΥΚ δεν ήταν «ο γιος του ναυάρχου» ούτε «ο απόγονος του Κολοκοτρώνη». Ήταν απλώς ο Ντάνυ.

Από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στις υποβρύχιες καταστροφές

Ο Θεοφανίδης αποφοίτησε από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το 1967 ως μάχιμος σημαιοφόρος. Μέχρι το 1970 υπηρέτησε σε αντιτορπιλικά και ναρκαλιευτικά, ακολουθώντας αρχικά τη συνηθισμένη πορεία ενός αξιωματικού επιφανείας.

Η κατεύθυνση της σταδιοδρομίας του άλλαξε όταν στράφηκε στις υποβρύχιες καταστροφές. Εκπαιδεύτηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στις μεθόδους των αμερικανικών SEAL και UDT, σε μια εποχή κατά την οποία η ελληνική μονάδα εξακολουθούσε να διαμορφώνει τη σύγχρονη επιχειρησιακή της ταυτότητα.

Η πρώτη ελληνική Σχολή Υποβρυχίων Καταστροφών είχε ιδρυθεί το 1957. Το 1958 δημιουργήθηκε η Διοίκηση Ομάδων Υποβρυχίων Καταστροφών στον Σκαραμαγκά και το 1959 μετονομάστηκε σε Μονάδα Υποβρυχίων Καταστροφών. Η ΜΥΚ διατήρησε αυτή την ονομασία μέχρι το 2002, όταν αναβαθμίστηκε στη σημερινή Διοίκηση Υποβρυχίων Καταστροφών.

Ο Θεοφανίδης ανήκε σε εκείνη τη γενιά των αξιωματικών που μετέφεραν εμπειρίες από το εξωτερικό και τις προσάρμοσαν στις ανάγκες του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Δεν έβλεπε τον βατραχάνθρωπο μόνο ως έναν εξαιρετικά γυμνασμένο δύτη που μπορούσε να χρησιμοποιήσει εκρηκτικά. Τον έβλεπε ως στρατιώτη ειδικών επιχειρήσεων, ο οποίος έπρεπε να σκέφτεται γρήγορα, να αυτοσχεδιάζει, να λειτουργεί κάτω από πίεση και να συνεχίζει όταν οι φυσιολογικές αντοχές είχαν εξαντληθεί.

Ο διοικητής που απαιτούσε πρώτα από τον εαυτό του

Ο Ντάνυ Θεοφανίδης είχε επιβλητική σωματική παρουσία, δυνατή φωνή και εξαιρετική φυσική κατάσταση. Οι περιγραφές των ανθρώπων του συχνά αγγίζουν την υπερβολή, όμως οι ίδιοι παραδέχονται ότι η πραγματικότητα δεν απείχε πολύ.

Μια χαρακτηριστική ιστορία αφορά το λυκόσκυλό του, το οποίο τον ακολουθούσε στα μεγάλα τρεξίματα από τα χαμηλότερα σημεία του Ναυστάθμου μέχρι το βουνό. Κατά την επιστροφή, σύμφωνα με τη σχετική αφήγηση, ο Θεοφανίδης συνέχιζε ακμαίος, ενώ ο σκύλος είχε εξαντληθεί. Τότε τον σήκωνε στους ώμους και τον μετέφερε πίσω.

Η αξία της ιστορίας δεν βρίσκεται στο κατά πόσο κάθε λεπτομέρεια αποδίδεται με απόλυτη ακρίβεια έπειτα από τόσα χρόνια. Βρίσκεται στο τι θυμούνταν οι άνδρες του για τον διοικητή τους. Δεν απαιτούσε από τους άλλους πράγματα που ο ίδιος παρακολουθούσε από απόσταση. Έτρεχε, κολυμπούσε, καταδυόταν και συμμετείχε στις κακουχίες.

Αυτή η διοίκηση διά του προσωπικού παραδείγματος ήταν βασικό μέρος της επιρροής του. Οι άνδρες του μπορεί να τον φοβούνταν κατά την εκπαίδευση, γνώριζαν όμως ότι δεν τους ζητούσε να περάσουν από μια δοκιμασία την οποία ο ίδιος δεν ήταν διατεθειμένος να αντιμετωπίσει.

Η σκληρότητα είχε συγκεκριμένο σκοπό. Δεν επρόκειτο για τιμωρητική συμπεριφορά ούτε για επίδειξη εξουσίας. Στόχος ήταν να δημιουργηθούν άνθρωποι που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν όταν το σχέδιο αποτύγχανε, η επικοινωνία χανόταν και οι αποφάσεις έπρεπε να ληφθούν μέσα σε δευτερόλεπτα.

Όταν η Σχολή Αλεξιπτωτιστών έμοιαζε με διακοπές

Ο Θεοφανίδης διοικούσε τη ΜΥΚ στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Άνθρωποι που έζησαν τη μονάδα εκείνη την περίοδο περιέγραψαν την εκπαίδευση ως εξαιρετικά σκληρή, ακόμη και για τα δεδομένα των ειδικών δυνάμεων.

Μεταξύ των ΟΥΚάδων κυκλοφορούσε το αστείο ότι, όταν ολοκλήρωναν την εκπαίδευσή τους στη ΜΥΚ και ακολουθούσαν μαθήματα στη Σχολή Αλεξιπτωτιστών, η νέα δοκιμασία τούς φαινόταν σαν διαμονή σε ξενοδοχείο πολυτελείας.

Η υπερβολή ήταν μέρος του χιούμορ των μονάδων. Αποτύπωνε όμως τη φήμη που είχε αποκτήσει η εκπαίδευση υπό τον Ντάνυ: έντονη πίεση, συνεχείς απαιτήσεις, ελάχιστη ανοχή στην προχειρότητα και έμφαση στη δυνατότητα του άνδρα να σκέφτεται ενώ ήταν κουρασμένος.

Ο ίδιος δεν επιζητούσε στρατιώτες που θα εκτελούσαν μηχανικά εντολές. Ήθελε ανθρώπους ικανούς να αντιληφθούν το πρόβλημα, να βρουν λύση και να αναλάβουν την ευθύνη της. Αυτό εξηγεί και γιατί αρκετές από τις ιστορίες που έχουν συνδεθεί με το όνομά του βρίσκονται κάπου ανάμεσα στην πειθαρχία, στην πρωτοβουλία και στην ανορθόδοξη αντίληψη των ειδικών επιχειρήσεων.

Η «επιχείρηση» για το κλιματιστικό

Μία από τις πιο γνωστές ιστορίες του Ντάνυ Θεοφανίδη αφορά ένα κλιματιστικό. Καταγράφηκε χρόνια αργότερα από τον Φαήλο Κρανιδιώτη, ο οποίος ανέφερε ότι την είχε ακούσει ως θρύλο στους στρατιωτικούς κύκλους και ότι ο ίδιος ο Θεοφανίδης τού την επιβεβαίωσε κατά τη διάρκεια γεύματος, περίπου μία εβδομάδα πριν από τον θάνατό του.

Κατά τη διάρκεια θερινής τελετής του Πολεμικού Ναυτικού, ο τότε Αρχηγός Στόλου παραπονέθηκε αστειευόμενος στον Θεοφανίδη ότι ο Αρχιεπιστολέας διέθετε κλιματιστικό στο γραφείο του, ενώ ο ίδιος ο Αρχηγός υπέφερε από τη ζέστη.

Ο Ντάνυ άκουσε την παρατήρηση χωρίς να απαντήσει. Την επόμενη νύχτα, όμως, ομάδα ΟΥΚάδων μαζί με έναν ναύτη που γνώριζε από ψυκτικά συστήματα πήρε μια κωπήλατη ξύλινη λέμβο, προσέγγισε αθόρυβα το κτίριο, αναρριχήθηκε στο σημείο και ακινητοποίησε τον άνδρα υπηρεσίας.

Το κλιματιστικό αφαιρέθηκε από το γραφείο του Αρχιεπιστολέα και εγκαταστάθηκε στο γραφείο του Αρχηγού Στόλου. Η ομάδα αποχώρησε με τον ίδιο τρόπο που είχε εισέλθει.

Το επόμενο πρωί προκλήθηκε η αναμενόμενη αναστάτωση. Κανονισμοί είχαν παραβιαστεί, ένας χώρος είχε παραβιαστεί και ένας άνδρας υπηρεσίας είχε ακινητοποιηθεί, όλα για τη μεταφορά ενός κλιματιστικού από το ένα γραφείο στο άλλο.

Για τον Θεοφανίδη, όπως διηγούνταν την ιστορία με επιχειρησιακή ορολογία και απόλυτα σοβαρό ύφος, το περιστατικό ήταν ταυτόχρονα φάρσα και άσκηση. Η αποστολή απαιτούσε σχεδιασμό, αθόρυβη προσέγγιση, αναρρίχηση, εξασφάλιση του χώρου, τεχνική εργασία και ασφαλή αποχώρηση.

Το περιστατικό προφανώς δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως εγκεκριμένη στρατιωτική δραστηριότητα. Έμεινε όμως στην προφορική ιστορία της μονάδας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του χιούμορ και της ανορθόδοξης σκέψης του Ντάνυ.

Οι δύο ΟΥΚάδες, οι υδρορροές και η παράξενη ποινή

Στο ίδιο γεύμα ο Θεοφανίδης φέρεται να επιβεβαίωσε ακόμη μία ιστορία. Δύο ΟΥΚάδες διατηρούσαν σχέσεις με δύο γυναίκες που εκπαιδεύονταν σε εγκατάσταση του Πολεμικού Ναυτικού. Για να τις επισκέπτονται τη νύχτα, ανέβαιναν από τις υδρορροές του κτιρίου και είχαν οργανώσει λεπτομερώς τόσο την είσοδο όσο και τη διαφυγή τους.

Όταν οι νυχτερινές επισκέψεις έγιναν γνωστές, στήθηκε ενέδρα. Οι δύο άνδρες, αντιλαμβανόμενοι ότι επρόκειτο να συλληφθούν, κατέβασαν τον γενικό διακόπτη του ηλεκτρικού ρεύματος και μέσα στο σκοτάδι κατάφεραν να διαφύγουν από τις υδρορροές.

Οι γυναίκες δεν αποκάλυψαν την ταυτότητά τους. Ο τρόπος της εισόδου και της διαφυγής, όμως, έκανε τη διοίκηση να στραφεί αμέσως προς τη ΜΥΚ.

Ο Θεοφανίδης συγκέντρωσε τη μονάδα και ζήτησε από τους υπεύθυνους να κάνουν ένα βήμα μπροστά. Οι δύο ΟΥΚάδες παρουσιάστηκαν χωρίς δισταγμό, γνωρίζοντας ότι θα τιμωρούνταν, αλλά έχοντας εμπιστοσύνη στον διοικητή τους.

Ο Ντάνυ τούς επέβαλε την ποινή που αντιστοιχούσε στην παράβαση. Παράλληλα, τους έδωσε ισόχρονη τιμητική άδεια επειδή, κατά τη δική του λογική, η παράνομη «επιχείρηση» είχε σχεδιαστεί και εκτελεστεί άψογα.

Η ιστορία ακούγεται σήμερα παράδοξη και ασφαλώς δεν αποτελεί πρότυπο εφαρμογής στρατιωτικών κανονισμών. Αποκαλύπτει όμως τον τρόπο σκέψης του. Η παράβαση έπρεπε να τιμωρηθεί. Η ικανότητα, η πρωτοβουλία και η ανάληψη ευθύνης έπρεπε επίσης να αναγνωριστούν.

Οι δύο άνδρες δεν επιβραβεύθηκαν επειδή παραβίασαν τους κανόνες. Επιβραβεύθηκαν επειδή παρουσιάστηκαν, ανέλαβαν την ευθύνη και είχαν δείξει τις επιχειρησιακές ικανότητες που ο διοικητής τους προσπαθούσε να καλλιεργήσει. Η τιμωρία και η επιβράβευση συνυπήρξαν, με έναν τρόπο που μόνο μέσα στη συγκεκριμένη μονάδα και υπό τον συγκεκριμένο διοικητή μπορούσε να γίνει κατανοητός.

Ο άνθρωπος πίσω από τον θρύλο

Η εικόνα του ακούραστου βατραχανθρώπου, του αυστηρού εκπαιδευτή και του αντισυμβατικού διοικητή δεν αποτυπώνει ολόκληρο τον άνθρωπο.

Μια διαφορετική πλευρά του περιγράφηκε από τον παιδικό του φίλο Μιχάλη Τζιώτη. Όταν ο Θεοφανίδης ήταν ακόμη νεαρός βατραχάνθρωπος, διατάχθηκε να συμμετάσχει στην ανάσυρση θυμάτων από αεροπορικό δυστύχημα κοντά στην παραλία της Βούλας.

Χρειάστηκε να καταδυθεί στο βυθισμένο αεροσκάφος και να απελευθερώσει ανθρώπους που παρέμεναν δεμένοι στα καθίσματά τους. Όταν βγήκε από το νερό, σύμφωνα με τη μαρτυρία, το πρόσωπό του ήταν σταχτί.

Είπε στον φίλο του ότι μπορούσε να δει και να κάνει σχεδόν τα πάντα, αλλά δεν μπορούσε να αντέξει την εικόνα αυτών των ανθρώπων. Είχε την παράλογη αίσθηση ότι τον περίμεναν να τους σώσει και ότι ο ίδιος είχε αργήσει να φτάσει.

Το περιστατικό δείχνει ότι η σκληρότητα που απαιτούσε η δουλειά δεν τον είχε κάνει αδιάφορο απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Δεν ήταν ένας άνθρωπος χωρίς φόβο ή συναίσθημα. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε μάθει να λειτουργεί παρά τον φόβο και το συναίσθημα.

Αυτό ίσως εξηγεί και τη σχέση του με τους άνδρες του. Η αυστηρότητά του δεν στηριζόταν στην περιφρόνηση της αδυναμίας. Στηριζόταν στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορούσε να προετοιμαστεί ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί στις πιο δύσκολες συνθήκες.

Η σταδιοδρομία πέρα από τη ΜΥΚ

Αν και το όνομα του Θεοφανίδη συνδέθηκε κυρίως με τους βατραχανθρώπους, η σταδιοδρομία του δεν περιορίστηκε στη ΜΥΚ.

Υπηρέτησε ως αξιωματικός και κυβερνήτης σε πολεμικά πλοία και διετέλεσε διοικητής της Μονάδας Υποβρυχίων Καταστροφών κατά την περίοδο της ελληνικής συμμετοχής στον Πόλεμο του Κόλπου. Αργότερα ανέλαβε τη διοίκηση του Κέντρου Εκπαίδευσης «Παλάσκας» και υπηρέτησε ως Ακόλουθος Άμυνας της Ελλάδας στη Βρετανία και την Ιρλανδία.

Η πορεία αυτή δείχνει ότι δεν αντιμετωπιζόταν μόνο ως ένας ικανός εκπαιδευτής ειδικών δυνάμεων. Είχε τη δυνατότητα να διοικεί ευρύτερους σχηματισμούς, να εκπροσωπεί τη χώρα στο εξωτερικό και να ασχολείται με ζητήματα στρατιωτικής πολιτικής και διεθνών σχέσεων.

Το 1995 ολοκλήρωσε την ενεργό σταδιοδρομία του με τον βαθμό του αρχιπλοιάρχου και προήχθη σε υποναύαρχο εν αποστρατεία.

Μετά την αποχώρησή του από το Πολεμικό Ναυτικό εργάστηκε ως ανώτερο στέλεχος σε ναυτιλιακές και κατασκευαστικές επιχειρήσεις, συμμετείχε στην εκπόνηση μελετών και δραστηριοποιήθηκε στον χώρο της θαλάσσιας ασφάλειας.

Ο αξιωματικός που έγραφε και μελετούσε

Η δημόσια εικόνα του Ντάνυ Θεοφανίδη κυριαρχείται από τη φυσική του παρουσία, τη ΜΥΚ και τις ιστορίες των ανδρών του. Υπήρξε όμως και ένας αξιωματικός με θεωρητική κατάρτιση, ενδιαφέρον για τη στρατηγική και έντονη συγγραφική δραστηριότητα.

Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά και είχε γράψει τέσσερα βιβλία: «Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας κατά την περίοδο 1935-1945», «Ανορθόδοξος Πόλεμος», «Η χρήση των υποβρυχίων οχημάτων στις ναυτικές επιχειρήσεις» και «Η αμφισβήτηση της ισχύος διά του τρόμου».

Οι θεματικές αυτές δείχνουν το εύρος των ενδιαφερόντων του. Μελετούσε την Τουρκία, τις ειδικές επιχειρήσεις, τη ναυτική τεχνολογία, την τρομοκρατία και τις μορφές με τις οποίες ένας ασθενέστερος αντίπαλος μπορεί να αμφισβητήσει μια ισχυρότερη δύναμη.

Δεν αντιμετώπιζε τον ανορθόδοξο πόλεμο ως σειρά εντυπωσιακών ενεργειών. Τον έβλεπε ως σύστημα σκέψης, στο οποίο η γνώση του αντιπάλου, η ψυχολογία, η προσαρμοστικότητα, η τεχνολογία και η πρωτοβουλία είναι εξίσου σημαντικές με τη φυσική δύναμη.

Αυτό ήταν και το μοντέλο του βατραχανθρώπου που προσπαθούσε να διαμορφώσει. Όχι απλώς ένας δυνατός άνδρας που μπορούσε να κολυμπήσει για ώρες, αλλά ένας εκπαιδευμένος στρατιώτης που μπορούσε να κατανοήσει την αποστολή, να προσαρμοστεί και να βρει λύση χωρίς να περιμένει συνεχώς νέες εντολές.

Ένας αυστηρός διοικητής που όλοι αποκαλούσαν με το μικρό του

Παρά τον βαθμό και την οικογενειακή του καταγωγή, οι άνθρωποι που τον γνώρισαν μιλούσαν για εκείνον στον ενικό. Δεν ήταν από έλλειψη σεβασμού. Αντίθετα, το «Ντάνυ» είχε αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος από τον επίσημο τίτλο του.

Ήταν γνωστός για το δυνατό του γέλιο, το χιούμορ, την αγάπη του για τις παρέες και την ικανότητά του να αφηγείται ακόμη και σοβαρές καταστάσεις με τρόπο που έκανε τους γύρω του να γελούν. Άνθρωποι που τον γνώριζαν προσωπικά τον περιέγραψαν ως μπον βιβέρ, καλό χορευτή, μορφωμένο και ευγενικό στις κοινωνικές του σχέσεις.

Η εικόνα αυτή μπορεί να φαίνεται ασύμβατη με τον σκληρό διοικητή της ΜΥΚ. Στην πραγματικότητα αποτελούσε μέρος της ίδιας προσωπικότητας. Ο Θεοφανίδης δεν πίστευε ότι η στρατιωτική πειθαρχία απαιτούσε έναν άνθρωπο μονίμως ψυχρό, απόμακρο και ανέκφραστο.

Μπορούσε να είναι εξαιρετικά απαιτητικός στην εκπαίδευση και ταυτόχρονα προσιτός στις προσωπικές σχέσεις. Μπορούσε να επιβάλει ποινή και αμέσως μετά να αναγνωρίσει την αξία του ανθρώπου που είχε απέναντί του. Μπορούσε να αστειεύεται με τους άνδρες του, χωρίς να χάνει τον έλεγχο της μονάδας.

Αυτή η ισορροπία δεν δημιουργείται από τον βαθμό. Δημιουργείται όταν οι υφιστάμενοι πιστεύουν ότι ο διοικητής είναι δίκαιος, γνωρίζει τη δουλειά και θα αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη όταν κάτι πάει στραβά.

Tα τελευταία χρόνια

Μετά την αποστρατεία δεν απομακρύνθηκε από τη μελέτη των εθνικών και στρατηγικών ζητημάτων. Συνέχισε να γράφει, να συζητά για την άμυνα, την Τουρκία και τη θέση της Ελλάδας και να διατηρεί στενή επαφή με παλαιούς συναδέλφους και βατραχανθρώπους.

Για αρκετούς από αυτούς παρέμεινε ο διοικητής τους, ακόμη και όταν δεν υπήρχε πλέον επίσημη ιεραρχική σχέση. Τον επισκέπτονταν, ζητούσαν τη γνώμη του και θυμούνταν μαζί του περιστατικά από τη ΜΥΚ.

Ο Ντάνυ Θεοφανίδης πέθανε στις 2 Ιουνίου 2014, σε ηλικία 68 ετών. Η κηδεία του συγκέντρωσε ανθρώπους από διαφορετικές γενιές του Πολεμικού Ναυτικού και των ειδικών δυνάμεων. Ο τρόπος με τον οποίο μίλησαν για εκείνον έδειχνε ότι δεν αποχαιρετούσαν απλώς έναν απόστρατο υποναύαρχο, αλλά έναν άνθρωπο που είχε γίνει μέρος της συλλογικής ταυτότητας της μονάδας.