Η ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι γεμάτη από «στιγμιότυπα» όπου η γραφειοκρατία των Βρυξελλών και οι μικροπολιτικοί υπολογισμοί των εθνικών κρατών συγκρούστηκαν με την αυθεντική ανθρωπιστική δράση. Ελάχιστες όμως περιπτώσεις συμπυκνώνουν αυτή την τραγική ειρωνεία τόσο ανάγλυφα, όσο η πρωτοβουλία του Φεβρουαρίου του 2016 μεταξύ της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου και της Περιφερειακής Κυβέρνησης της Βαλένθια (Generalitat Valenciana). Ήταν η στιγμή που δύο ευρωπαϊκές περιφέρειες αποφάσισαν να προσπεράσουν την κρατική αδιαφορία και να ασκήσουν αυτόνομη ανθρωπιστική διπλωματία, επιχειρώντας να μεταφέρουν 1.000 πρόσφυγες από τα δοκιμαζόμενα νησιά της Δωδεκανήσου απευθείας στην Ισπανία.
Της Ρένας Παυλάκη / realvoice995.gr
Σήμερα, με τις εξελίξεις στα νότια σύνορα της Ισπανίας και την κρίση στη Θέουτα να επαναφέρουν πιεστικά το αίτημα για αναγκαστική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, η ανάκληση εκείνων των γεγονότων δεν αποτελεί μόνο μια άσκηση ιστορικής μνήμης, αλλά ένα πολιτικό ντοκουμέντο που αποκαλύπτει το βαθύ κοντράστ ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις, αναδεικνύοντας πώς η κεντρική κυβέρνηση της Μαδρίτης —αυτή που σήμερα ζητά απεγνωσμένα βοήθεια— ήταν η ίδια που το 2016 ύψωσε νομικά και γραφειοκρατικά προσκόμματα για να εμποδίσει ένα πλοίο αλληλεγγύης να κατευθυνθεί στο Αιγαίο.
Ο χειμώνας του 2015-2016: Τα Δωδεκάνησα στη δίνη της κρίσης
Στα τέλη του 2015 και τις αρχές του 2016, τα ακριτικά νησιά του Νοτίου και Ανατολικού Αιγαίου —με επίκεντρο τη Λέσβο, τη Λέρο, τη Κω και τη Ρόδο— βρίσκονταν στο απόλυτο σημείο μηδέν της μεγαλύτερης προσφυγικής κρίσης που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Χιλιάδες κατατρεγμένοι άνθρωποι έφταναν καθημερινά στις ελληνικές ακτές, ενώ οι τοπικές κοινωνίες σήκωναν ένα δυσανάλογο βάρος, προσπαθώντας να διατηρήσουν την κοινωνική συνοχή και την ανθρωπιά τους μέσα σε πρωτοφανείς επιχειρησιακές ελλείψεις.
Μπροστά στην αργόσυρτη γραφειοκρατία των Αθηνών και την αδράνεια των Βρυξελλών, ο Περιφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου, Γιώργος Χατζημάρκος, ανέλαβε την πρωτοβουλία να απευθυνθεί απευθείας σε περιφερειακές διοικήσεις της Ευρώπης. Η ανταπόκριση ήρθε από την Αυτόνομη Κοινότητα της Βαλένθια. Η Αντιπρόεδρος της περιφερειακής κυβέρνησης, Mónica Oltra Jarque, αποδέχθηκε την πρόσκληση και ταξίδεψε στην Ελλάδα για να δει από κοντά την πραγματικότητα.
Το «Μήνυμα της Λέρου»: Η συνάντηση Χατζημάρκου – Oltra και η Υπογραφή του Μνημονίου
Η επίσκεψη της ισπανικής αντιπροσωπείας στη Λέρο τον Φεβρουάριο του 2016 ήταν μια ουσιαστική επιτόπια αυτοψία στις δομές φιλοξενίας, μια απευθείας επαφή με την τοπική αυτοδιοίκηση, τους εθελοντές και τους κατοίκους. Στο νησί της Λέρου υπεγράφη το ιστορικό Μνημόνιο Συνεργασίας (Declaración de Intenciones) μεταξύ του Περιφερειάρχη Γιώργου Χατζημάρκου και της Αντιπροέδρου Mónica Oltra.
Στο κείμενο του Μνημονίου η κατάσταση περιγραφόταν χωρίς διπλωματικούς ευφημισμούς. Οι πόροι των κυβερνήσεων, των Περιφερειών και των πολιτών χαρακτηρίζονταν ανεπαρκείς μπροστά στην έκταση της κρίσης. Τονιζόταν ότι τα νησιά του Νοτίου Αιγαίου υφίσταντο καθημερινά την άφιξη εκατοντάδων ανθρώπων σε κρίσιμη κατάσταση, ενώ οι υπηρεσίες ήταν ήδη υπερφορτωμένες.
Το Μνημόνιο αναγνώριζε επίσης κάτι το οποίο η Ευρώπη χρειάστηκε πολλά χρόνια για να αποδεχθεί. Ότι η διαχείριση μιας μαζικής μετακίνησης ανθρώπων δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστική υποχρέωση των περιοχών πρώτης υποδοχής.
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αποτελέσει όχι μόνο έναν κοινό χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, αλλά και έναν χώρο υποδοχής και ένταξης», ανέφερε το κείμενο. Ήταν μια διατύπωση σχεδόν προφητική!
Διότι το 2016, όταν η κρίση εκτυλισσόταν στο Αιγαίο, η αλληλεγγύη αντιμετωπιζόταν από πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ως εθελοντική παραχώρηση. Σήμερα, όταν η πίεση μετακινήθηκε στη Θέουτα, παρουσιάζεται —ορθώς— ως θεμελιώδης ευρωπαϊκή υποχρέωση.
Το «Μήνυμα της Λέρου» ήταν πεντακάθαρο. Τα ακριτικά νησιά στο νοτιοανατολικότερο άκρο της Ευρώπης σήκωναν το βάρος της ευρωπαϊκής κρίσης. Και η περιφερειακή αυτοδιοίκηση στην Ευρώπη διέθετε τα αντανακλαστικά να δώσει άμεσες, ανθρωπιστικές λύσεις εκεί όπου τα κεντρικά κράτη καθυστερούσαν ή περιχαρακώνονταν.
Το μήνυμα που έστειλαν τότε από τη Λέρο οι δύο Περιφέρειες συμπυκνώθηκε στη δήλωση του Γιώργου Χατζημάρκου μετά την υπογραφή:
«Η Ευρώπη του Διαφωτισμού, της αλληλοκατανόησης και της συνεργασίας είναι ακόμη ζωντανή. Σήμερα, από τη Λέρο, στέλνουμε το μήνυμα του πώς χτίζεται η Ευρώπη που όλοι ονειρευτήκαμε».
Η Ευρώπη εκείνη έδειχνε πράγματι ζωντανή.
Αλλά μόνο για λίγες ημέρες…
«Αντί να σηκώνει φράχτες, μια ευρωπαϊκή περιφέρεια τείνει το χέρι στους πρόσφυγες και στα δοκιμαζόμενα νησιά του Αιγαίου. Το Μνημόνιο της Λέρου αποδεικνύει ότι η αλληλεγγύη δεν είναι κενό γράμμα, αλλά έμπρακτη πολιτική βούληση.»
— Εφημερίδα των Συντακτών (EfSyn), Φεβρουάριος 2016
«El Barco de la Esperanza»: Το Επιχειρησιακό Σχέδιο της Βαλένθια
Το περιεχόμενο της συμφωνίας ήταν εξαιρετικά συγκεκριμένο, άμεσα εφαρμόσιμο και επιχειρησιακά σχεδιασμένο. Προέβλεπε:
- Άμεση Μετεγκατάσταση: Η Περιφέρεια της Βαλένθια δεσμεύτηκε να υποδεχθεί 1.000 πρόσφυγες απευθείας από τα νησιά του Αιγαίου.
- Ναύλωση Πλοίου: Οργανώθηκε η ναύλωση επιβατηγού πλοίου της ισπανικής ναυτιλιακής εταιρείας Baleària, το οποίο στα ισπανικά ΜΜΕ ονομάστηκε «El barco de la esperanza» (Το σκάφος της ελπίδας) ή «Barco humanitario».
- Πλήρες Πλέγμα Υποδοχής: Η Βαλένθια είχε ήδη προετοιμάσει ένα ολοκληρωμένο δίκτυο κοινωνικής ένταξης, το οποίο περιελάμβανε στέγαση, υγειονομική περίθαλψη σε περιφερειακά νοσοκομεία, σχολική ένταξη για τα παιδιά και εξειδικευμένη νομική υποστήριξη για τις αιτήσεις ασύλου.
Το πλοίο που σταμάτησε πριν καν αποπλεύσει
Η συμφωνία των δύο Περιφερειών έπρεπε να εγκριθεί από τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Ισπανίας, καθώς οι περιφερειακές αρχές δεν διέθεταν από μόνες τους την αρμοδιότητα να πραγματοποιήσουν διεθνή μεταφορά προσφύγων.
Το ίδιο το Μνημόνιο το ξεκαθάριζε ότι δεν αποτελούσε νομικά δεσμευτικό κείμενο για τα δύο κράτη. Αποτελούσε όμως μια «σταθερή και δημόσια απόδειξη» της κοινής δέσμευσης των δύο Περιφερειών να αναζητήσουν λύσεις για την ανθρωπιστική κρίση στο Αιγαίο.
Η ελληνική πλευρά αποδέχθηκε να προωθήσει την πρωτοβουλία.
Στην Ισπανία, όμως, το σχέδιο προσέκρουσε στην κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι.
Η Μαδρίτη υποστήριξε ότι η μεταναστευτική πολιτική, το άσυλο, η διαχείριση των συνόρων και οι διεθνείς μετακινήσεις προσφύγων αποτελούσαν αποκλειστικές αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης. Δεν επέτρεψε, επομένως, στη Βαλένθια να δημιουργήσει έναν απευθείας ανθρωπιστικό διάδρομο από το Αιγαίο.
Η Mónica Oltra βρέθηκε στο επίκεντρο μιας έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Για τα προοδευτικά ισπανικά μέσα, η πρωτοβουλία της Βαλένθια ήταν μια έμπρακτη απάντηση στην ευρωπαϊκή αδράνεια. Για τα συντηρητικά μέσα και την τότε κυβέρνηση ήταν μια παράκαμψη των αρμοδιοτήτων του κράτους, ένα πολιτικό εγχείρημα χωρίς το απαιτούμενο νομικό έρεισμα.
Ο ισπανικός «εμφύλιος» των ΜΜΕ: Ανθρωπισμός vs «Postureo»
Η ανακοίνωση του συμφώνου προκάλεσε έντονη πολιτική αντιπαράθεση στην Ισπανία, η οποία αποτυπώθηκε με σαφήνεια στον ισπανικό Τύπο:
Τα Προοδευτικά Μέσα (El País, El Diario, laSexta) εστίασαν στην ανθρωπιστική διάσταση και στην επιχειρησιακή ετοιμότητα της Βαλένθια. Παρουσίασαν την πρωτοβουλία ως παράδειγμα «πρώτης ευρωπαϊκής περιφέρειας» που παρέκαμψε την άπραγα ευρωπαϊκή διπλωματία και κατηγόρησαν την κεντρική κυβέρνηση της Μαδρίτης για γραφειοκρατική σκληρότητα και έλλειψη πολιτικής βούλησης.
Τα Συντηρητικά Μέσα (ABC, El Mundo, Las Provincias) αντιμετώπισαν την κίνηση με σκεπτικισμό και σκληρή κριτική, χαρακτηρίζοντάς την ως «επικοινωνιακό σόου» (postureo) της αριστερής περιφερειακής κυβέρνησης. Τόνισαν ότι η Mónica Oltra γνώριζε εξαρχής πως δεν διέθετε τη συνταγματική αρμοδιότητα να ασκεί εξωτερική πολιτική ή να διαχειρίζεται μετακινήσεις πληθυσμών.
Το γραφειοκρατικό τείχος της Μαδρίτης, ο Ραχόι και ο σκιώδης ρόλος του Βίζεγκραντ
Στην ουσία, όμως, πίσω από τη διαμάχη περί αρμοδιοτήτων κρυβόταν μια πολιτική επιλογή.
Η κεντρική ισπανική κυβέρνηση του συντηρητικού Πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι (Partido Popular – PP) αντέδρασε άμεσα, υψώνοντας αξεπέραστα εμπόδια:
Την άρνηση θεωρήσεων (βιζών). Η Mónica Oltra μετέβη στη Μαδρίτη για να ζητήσει τις απαραίτητες βίζες για τους 1.000 πρόσφυγες, αλλά το ισπανικό Υπουργείο Εξωτερικών αρνήθηκε κατηγορηματικά να τις εκδώσει.
Την απειλή δικαστικών διώξεων (Acciones Legales). Η Μαδρίτη απείλησε με προσφυγή στα δικαστήρια, επικαλούμενη το ισπανικό Σύνταγμα, σύμφωνα με το οποίο η διαχείριση των συνόρων, του ασύλου και της εξωτερικής πολιτικής ανήκει αποκλειστικά στο κράτος.
Τον φόβο του «προηγούμενου». Η κυβέρνηση Ραχόι ανησυχούσε ότι αν επέτρεπε στη Βαλένθια να εφαρμόσει τη δική της ανθρωπιστική πολιτική, θα ακολουθούσαν η Καταλονία και η Χώρα των Βάσκων, υποσκάπτοντας την κεντρική εξουσία.
Η Πίεση των Χωρών του Βίζεγκραντ (V4): Η σκληρή στάση της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Τσεχίας και της Σλοβακίας, που αρνούνταν κάθε υποχρεωτική ποσόστωση μετεγκατάστασης, δημιούργησε ένα εχθρικό ευρωπαϊκό κλίμα. Η Μαδρίτη φοβήθηκε ότι αν επέτρεπε έναν «αυτόνομο ανθρωπιστικό διάδρομο», θα θεωρούνταν χώρα «ανοιχτών συνόρων», ερχόμενη σε σύγκρουση με τη δεξιά πτέρυγα της Ε.Ε.
Αποτελέσματα ήταν το πλοίο της Baleària να μην αποπλεύσει ποτέ. Η πρωτοβουλία ακυρώθηκε. Οι 1.000 πρόσφυγες δεν ταξίδεψαν από τη Λέρο και τα άλλα νησιά προς τη Βαλένθια μέσα από τον μηχανισμό που είχαν συμφωνήσει οι δύο Περιφέρειες. Η Ισπανία δέχθηκε αργότερα περιορισμένο αριθμό προσφύγων μέσω των επίσημων και εξαιρετικά αργών ευρωπαϊκών διαδικασιών μετεγκατάστασης — όχι όμως μέσω της συμφωνίας της Λέρου.
Όταν πλέον έγινε σαφές ότι η Μαδρίτη έβαλε οριστικό «μπλόκο» στο πλοίο από τη Βαλένθια, ο ισπανικός Τύπος κατέγραψε την εξέλιξη ως μια μάχη αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικής διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης.
Σε τηλεοπτικά δίκτυα όπως το laSexta, η Mónica Oltra κατήγγειλε δημόσια τις απειλές της κυβέρνησης Ραχόι για δικαστικές διώξεις.
Η Ευρώπη και η μοναξιά των νησιών
Για να κατανοήσει κανείς τη σημασία εκείνης της άρνησης, πρέπει να θυμηθεί την Ευρώπη του 2015 και του 2016.
Η Ελλάδα και η Ιταλία αποτελούσαν τις κύριες πύλες εισόδου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε εγκρίνει ένα πρόγραμμα μετεγκατάστασης προσφύγων προς άλλα κράτη-μέλη, όμως η εφαρμογή του προχωρούσε με βασανιστικά αργούς ρυθμούς.
Οι χώρες του Βίζεγκραντ —Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχία και Σλοβακία— συγκρότησαν ένα σκληρό μέτωπο εναντίον των υποχρεωτικών ποσοστώσεων. Άλλες χώρες αποδέχονταν αριθμούς πολύ μικρότερους από εκείνους που τους αναλογούσαν ή καθυστερούσαν επί μήνες τις διαδικασίες.
Την ίδια ώρα, τα νησιά του Αιγαίου δεν μπορούσαν να βάλουν σε αναμονή τις αφίξεις έως ότου συμφωνήσουν οι υπουργοί στις Βρυξέλλες. Οι βάρκες έφθαναν, οι άνθρωποι αποβιβάζονταν κατά εκατοντάδες καθημερινά. Και η λεγόμενη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη παρέμενε, περισσότερο διακήρυξη παρά πράξη.
Η συμφωνία Νοτίου Αιγαίου–Βαλένθια είχε ακριβώς γι’ αυτό τόσο μεγάλη πολιτική σημασία. Αποδείκνυε ότι δύο περιφερειακές αρχές, χωρίς να διαθέτουν τις εξουσίες των εθνικών κυβερνήσεων, μπορούσαν να συμφωνήσουν σε μια συγκεκριμένη λύση.
Εκεί όπου τα κράτη συζητούσαν ποιος δεν θα αναλάβει την ευθύνη, οι δύο Περιφέρειες είχαν αποφασίσει ποια ευθύνη θα αναλάμβανε καθεμία.
Από τη Λέρο στη Θέουτα και η α λα καρτ αλληλεγγύη
Η εξέλιξη των πραγμάτων στα ισπανικά σύνορα στη Βόρεια Αφρική —στη Θέουτα, στη Μελίγια και στα Κανάρια Νησιά— αποκαλύπτει μια βαθιά πολιτική ειρωνεία. Σήμερα, η Θέουτα βρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης λόγω των αυξημένων μεταναστευτικών ροών και της αδυναμίας διαχείρισης των ασυνόδευτων ανηλίκων.
Η κεντρική κυβέρνηση της Μαδρίτης και οι τοπικές αρχές ζητούν πλέον επιτακτικά την εφαρμογή μηχανισμών υποχρεωτικής αλληλεγγύης και ανακατανομής των μεταναστών στις υπόλοιπες αυτόνομες κοινότητες της Ισπανίας και στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Ζητούν, δηλαδή, ακριβώς τη βοήθεια και το πνεύμα αλληλεγγύης που η ίδια η Μαδρίτη αρνήθηκε στην Ελλάδα και το Νότιο Αιγαίο το 2016!
Στη Λέρο, τον Φεβρουάριο του 2016, ένα πλοίο ήταν έτοιμο να ταξιδέψει προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που ακολουθούσαν οι πρόσφυγες: από τα νησιά που ασφυκτιούσαν προς μια κοινωνία που δήλωνε πρόθυμη να τους υποδεχθεί.
Το πλοίο δεν έφυγε ποτέ.
Δέκα χρόνια αργότερα, καθώς η Ισπανία ζητά την αλληλεγγύη της Ευρώπης, η ιστορία εκείνου του πλοίου επιστρέφει.
Η σύγκριση των δύο περιόδων αποδεικνύει ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν μπορεί να είναι α λα κάρτ. Δεν μπορείς να ζητάς την υποστήριξη των εταίρων σου όταν πλήττεσαι εσύ, έχοντας προηγουμένως τιμωρήσει και εμποδίσει εκείνους που θέλησαν να προσφέρουν χείρα βοηθείας όταν η κρίση ήταν στην πόρτα του γείτονα.
Πολιτική Παρακαταθήκη: Η περιφερειακή διπλωματία ως Ντοκουμέντο της αλληλεγγύης στην Πράξη
Η πρωτοβουλία του Νοτίου Αιγαίου και της Βαλένθια το 2016 παραμένει ένα ιστορικό ορόσημο περιφερειακής διπλωματίας. Απέδειξε ότι οι τοπικές κοινωνίες και η περιφερειακή αυτοδιοίκηση διαθέτουν το θάρρος και την επιχειρησιακή ικανότητα να υπερβούν τις αγκυλώσεις των κεντρικών κρατών. Η συμφωνία της Λέρου μένει στην ιστορία ως ένα ζωντανό ντοκουμέντο ευθύνης, θυμίζοντας σε όλους ότι η αλληλεγγύη δοκιμάζεται στις πράξεις και όχι στις εκκλήσεις εκ των υστέρων.
ΥΓ: Το 2015, όταν τα νησιά της Δωδεκανήσου βρέθηκαν στη δίνη της μεγαλύτερης προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η Ευρώπη. Υπολογίζεται ότι περίπου 250.000 πρόσφυγες και μετανάστες πέρασαν εκείνη την περίοδο από τα νησιά του νομού, με την Κω και τη Λέρο να αποτελούν δύο από τις κυριότερες πύλες εισόδου. Μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του 2015, περίπου 80.000 πρόσφυγες και μετανάστες είχαν ήδη καταγραφεί μόνο στην Κω, την Κάλυμνο και τη Λέρο, χωρίς στον αριθμό αυτό να περιλαμβάνονται οι αφίξεις στη Ρόδο, τη Σύμη, τη Μεγίστη, το Φαρμακονήσι, το Αγαθονήσι και τα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου. Οι ροές συνεχίστηκαν με αμείωτους ρυθμούς μέχρι το τέλος του έτους και κατά τους πρώτους μήνες του 2016.
Η αποκλιμάκωση ξεκίνησε μετά τις 20 Μαρτίου 2016, όταν τέθηκε σε εφαρμογή η Κοινή Δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης–Τουρκίας και είχε ήδη κλείσει ο λεγόμενος βαλκανικός διάδρομος. Το σύνολο της διετίας 2015–2016 για την Ελλάδα υπερέβη το ένα εκατομμύριο θαλάσσιες αφίξεις.
Σχόλια αναγνωστών
Τα σχόλια δημοσιεύονται κατόπιν έγκρισης.