ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ – Η Ένωση Υπαλλήλων Κρατικού Θεραπευτηρίου Λέρου οφείλει να ενημερώσει υπεύθυνα και με πλήρη διαφάνεια όλους τους εργαζομένους για την οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το Σωματείο, καθώς και για το ιστορικό της υπόθεσης που οδήγησε στην αφαίρεση σχεδόν του συνόλου των χρημάτων από τον τραπεζικό του λογαριασμό.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 1993 συνήφθη σύμβαση ομαδικής ασφάλισης αορίστου διάρκειας, με έναρξη ισχύος την 1η Οκτωβρίου 1993, μεταξύ της Ένωσης Υπαλλήλων και της ασφαλιστικής εταιρείας «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ». Η σύμβαση αφορούσε την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων του Κρατικού Θεραπευτηρίου Λέρου και των μελών των οικογενειών τους.
Κατά τα έτη 1999 και 2000 δεν καταβλήθηκαν στην ασφαλιστική εταιρεία οφειλόμενα ασφάλιστρα. Η αρχική απαίτηση διαμορφώθηκε στο ποσό των 55.840,94 ευρώ και η υπόθεση οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, με την έκδοση των υπ’ αριθ. 4512/2005 και 4650/2006 δικαστικών αποφάσεων.
Παρά την ύπαρξη των δικαστικών αποφάσεων και το γεγονός ότι η σοβαρότητα της υπόθεσης ήταν γνωστή επί σειρά ετών, η οφειλή δεν εξοφλήθηκε ούτε εντάχθηκε σε βιώσιμη και οριστική ρύθμιση. Το αρχικό ποσό επιβαρύνθηκε με τόκους, δικαστικά έξοδα και έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης και, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη μας, φέρεται σήμερα να προσεγγίζει τις 220.000 ευρώ.
Όλα τα προηγούμενα Διοικητικά Συμβούλια που γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν την ύπαρξη της απαίτησης φέρουν πολιτική, συνδικαλιστική και διοικητική ευθύνη για το γεγονός ότι δεν εξασφαλίστηκε εγκαίρως η εξόφληση, η ρύθμιση ή τουλάχιστον η ουσιαστική αντιμετώπιση της οφειλής. Ο ακριβής βαθμός ευθύνης κάθε διοίκησης και κάθε προσώπου πρέπει να εξακριβωθεί μέσα από τα πρακτικά, τις αποφάσεις, τα οικονομικά στοιχεία και τις συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις τους.
Ιδιαίτερα αυξημένη και διπλή είναι η πολιτική και συνδικαλιστική ευθύνη της προσκείμενης στη Νέα Δημοκρατία παράταξης «Ενωτική Κίνηση Εργαζομένων».
Αφενός, κατά την περίοδο 2013–2022, η συγκεκριμένη παράταξη διέθετε την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στο Διοικητικό Συμβούλιο και είχε τον πλήρη διοικητικό και οικονομικό έλεγχο του Σωματείου. Παρ’ όλα αυτά, η εκκρεμής οφειλή δεν αντιμετωπίστηκε οριστικά και τα μέλη δεν ενημερώθηκαν με πλήρη και αναλυτικά στοιχεία για το πραγματικό ύψος, την εξέλιξη και τους κινδύνους που αυτή συνεπαγόταν.
Αφετέρου, εκλεγμένοι με την «Ενωτική Κίνηση Εργαζομένων» άσκησαν, για δύο συνεχόμενες εκλογικές περιόδους, ενστάσεις και δικαστικές προσφυγές κατά των εκλογικών αποτελεσμάτων. Ως αποτέλεσμα, τα Διοικητικά Συμβούλια που προέκυψαν από τις εκλογικές διαδικασίες των τελευταίων περίπου πέντε ετών δεν απέκτησαν ουσιαστική πρόσβαση στο ταμείο και στο οικονομικό και διοικητικό αρχείο της Ένωσης.
Οι εκλεγμένες διοικήσεις δεν είχαν πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία, στις αποδείξεις, στα συμβόλαια, στις τραπεζικές κινήσεις, στα πρακτικά, στις οικονομικές καταστάσεις και στα λοιπά έγγραφα του Σωματείου. Δεν μπορούσαν, επομένως, να αποκτήσουν ολοκληρωμένη εικόνα της οικονομικής κατάστασης, να ελέγξουν την προηγούμενη διαχείριση ή να γνωρίζουν με ακρίβεια τα συνολικά έσοδα, τις δαπάνες, τις υποχρεώσεις και τα χρηματικά διαθέσιμα.
Η κατάσταση αυτή παρεμπόδισε επί περίπου πέντε χρόνια την κανονική οργανωτική και οικονομική λειτουργία του Σωματείου, την ομαλή συγκρότηση και δράση των οργάνων του, την πρόσβαση στον τραπεζικό λογαριασμό και τη δυνατότητα έγκαιρης λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της οφειλής και την προστασία της περιουσίας της Ένωσης.
Η προσκείμενη στη Νέα Δημοκρατία «Ενωτική Κίνηση Εργαζομένων» φέρει, συνεπώς, διπλή πολιτική και συνδικαλιστική ευθύνη: πρώτον, για τη μακροχρόνια μη αντιμετώπιση της οφειλής κατά τη δεκαετία που διέθετε την απόλυτη πλειοψηφία και τον πλήρη έλεγχο του Σωματείου και, δεύτερον, για τις ενέργειες εκλεγμένων με την ίδια παράταξη, οι οποίες για δύο συνεχόμενες περιόδους παρεμπόδισαν την οργανωτική και οικονομική λειτουργία των εκλεγμένων διοικήσεων.
Παράλληλα, στην οικονομική αποτίμηση της υπόθεσης δεν έχουν συνυπολογιστεί και ελεγχθεί τα συνολικά έσοδα του Σωματείου από τις μηνιαίες συνδρομές των εργαζομένων κατά τη δεκαετία 2013–2022, περίοδο πλήρους διοικητικού και οικονομικού ελέγχου από την «Ενωτική Κίνηση Εργαζομένων».
Στις αρχαιρεσίες της 30ής Απριλίου 2025 τα εγγεγραμμένα μέλη της Ένωσης ανέρχονταν σε 403 και η μηνιαία συνδρομή ήταν δύο ευρώ ανά μέλος. Με βάση τον αριθμό αυτό, τα θεωρητικά έσοδα αντιστοιχούν σε 806 ευρώ μηνιαίως, 9.672 ευρώ ετησίως και 96.720 ευρώ σε μία δεκαετία. Ακόμη και μετά την ενδεικτική αφαίρεση της ετήσιας συνδρομής προς την ΠΟΕΔΗΝ, η οποία αναφέρεται ότι ανερχόταν περίπου σε 3.000 ευρώ, προκύπτει ποσό περίπου 66.720 ευρώ, πριν από την αφαίρεση των υπόλοιπων πραγματικών και νόμιμα τεκμηριωμένων δαπανών.
Οι παραπάνω υπολογισμοί είναι ενδεικτικοί, επειδή πρέπει να εξακριβωθούν ο πραγματικός αριθμός των οικονομικά τακτοποιημένων μελών ανά έτος, οι μεταβολές της συνδρομής και το σύνολο των νόμιμων δαπανών. Είναι, όμως, σαφές ότι η απλή σύγκριση του αρχικού υπολοίπου των περίπου 50.000 ευρώ με τα ποσά των 19.468 ή των 22.369,63 ευρώ που εμφανίστηκαν μεταγενέστερα στον λογαριασμό είναι ελλιπής, εφόσον δεν περιλαμβάνει το σύνολο των χρημάτων που εισπράχθηκαν και διαχειρίστηκε το Σωματείο κατά τη δεκαετία 2013–2022.
Μέχρι σήμερα δεν έχει καταστεί δυνατό να ελεγχθούν, ανά οικονομικό έτος, οι συνδρομές των εργαζομένων, οι τραπεζικές πιστώσεις, οι αναλήψεις, οι πληρωμές, οι λειτουργικές δαπάνες και τα αντίστοιχα παραστατικά, επειδή τα εκλεγμένα Διοικητικά Συμβούλια των τελευταίων ετών δεν είχαν πρόσβαση στο ταμείο και στο αρχείο.
Ο συνδυασμός της μακροχρόνιας μη αντιμετώπισης της οφειλής, της μη παράδοσης του οικονομικού και διοικητικού αρχείου και της παρεμπόδισης της λειτουργίας των εκλεγμένων διοικήσεων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και σοβαρές υπόνοιες ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατός ο έλεγχος της προηγούμενης οικονομικής διαχείρισης.
Οι υπόνοιες αυτές δεν συνιστούν εκ των προτέρων απόδοση ποινικής ή προσωπικής ευθύνης. Καθιστούν, όμως, απολύτως αναγκαία την πλήρη διερεύνηση των γεγονότων, την άμεση παράδοση όλων των στοιχείων και τη διενέργεια ανεξάρτητου οικονομικού, διαχειριστικού και νομικού ελέγχου.
Ιδιαίτερα πρέπει να διερευνηθεί τι συνέβη με τα ασφάλιστρα κατά την περίοδο δημιουργίας της οφειλής: εάν τα ποσά είχαν παρακρατηθεί ή εισπραχθεί από τους ασφαλισμένους εργαζομένους και δεν αποδόθηκαν στην ασφαλιστική εταιρεία ή εάν δεν είχαν εισπραχθεί καθόλου. Για την απάντηση απαιτείται έλεγχος των μισθολογικών καταστάσεων, των αποδείξεων, των βιβλίων ταμείου, των τραπεζικών κινήσεων, των πρακτικών των τότε Διοικητικών Συμβουλίων και της αλληλογραφίας με την ασφαλιστική εταιρεία.
Η κατάληξη της υπόθεσης είναι πλέον συγκεκριμένη και αποδεικνύεται από τραπεζικό έγγραφο. Από το αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού της Ένωσης στην Alpha Bank προκύπτει ότι στις 4 Μαΐου 2026, από προηγούμενο υπόλοιπο 22.369,63 ευρώ, χρεώθηκαν 22.083,50 ευρώ με την αιτιολογία «Έκδοση Εντολής», 33,13 ευρώ για σχετικά έξοδα και 7 ευρώ ως έξοδα απόδοσης.
Συνολικά αφαιρέθηκαν 22.123,63 ευρώ και στον λογαριασμό απέμειναν μόλις 246 ευρώ.
Η ασφαλιστική εταιρεία βρήκε την ευκαιρία, αξιοποιώντας μια απαίτηση που προέκυψε από ασφαλιστήριο συμβόλαιο πριν από περίπου τριάντα χρόνια και αφορούσε διαφορετική γενιά εργαζομένων, να αφαιρέσει σχεδόν το σύνολο των χρημάτων που συγκεντρώθηκαν από τις συνδρομές των σημερινών εργαζομένων.
Δεν πρόκειται να δεχτούμε τα χρήματα των εργαζομένων να αποτελούν λεία στα χέρια των «κορακιών» της ασφαλιστικής αγοράς. Οι σημερινοί εργαζόμενοι δεν μπορεί να πληρώνουν επ’ αόριστον μια οφειλή που δημιουργήθηκε πριν από δεκαετίες, χωρίς να γνωρίζουν ποιοι εισέπραξαν τότε τα ασφάλιστρα, εάν αυτά παρακρατήθηκαν και δεν αποδόθηκαν, ποιοι διαχειρίστηκαν την υπόθεση και γιατί η αρχική οφειλή των 55.840,94 ευρώ αφέθηκε να διογκωθεί σε περίπου 220.000 ευρώ.
Από το διαθέσιμο τραπεζικό έγγραφο δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί εάν η κατάσχεση καταλαμβάνει και κάθε μελλοντική πίστωση του λογαριασμού. Εάν αυτό συμβαίνει, υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί ένας διαρκής μηχανισμός οικονομικής αφαίμαξης, μέσω του οποίου οι νέες συνδρομές των σημερινών εργαζομένων θα αφαιρούνται για την εξυπηρέτηση μιας υπόθεσης τριάντα ετών.
Απαιτούμε άμεσα από την Alpha Bank και την ασφαλιστική εταιρεία πλήρη έγγραφη ενημέρωση για τη νομική βάση της αφαίρεσης, τον δικαιούχο του ποσού, το ύψος της συνολικής απαίτησης και το εάν δεσμεύονται ή θα δεσμεύονται και οι μελλοντικές πιστώσεις του λογαριασμού. Παράλληλα, απαιτούμε την άσκηση όλων των αναγκαίων νομικών ενεργειών για την προστασία των μελλοντικών εισφορών των μελών.
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τη στάση της ασφαλιστικής εταιρείας. Αφορά και τις πρακτικές του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού, ο οποίος μετατρέπει τα σωματεία από όργανα υπεράσπισης των εργαζομένων σε κλειστούς μηχανισμούς διαχείρισης, αδιαφάνειας και διατήρησης παραταξιακών συσχετισμών.
Ο όρος «συνδικαλιστική μαφία» χρησιμοποιείται εδώ ως βαρύς πολιτικός χαρακτηρισμός πρακτικών που συνδέονται με τον αποκλεισμό των εκλεγμένων οργάνων από το αρχείο και τα οικονομικά στοιχεία, την παρεμπόδιση του ελέγχου και τη μετατροπή του Σωματείου σε μηχανισμό που λειτουργεί μακριά από τα μέλη του. Δεν αποδίδουμε χωρίς αποδείξεις ποινικούς χαρακτηρισμούς σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Δεν μπορούμε, όμως, να αγνοήσουμε ότι όσα συνέβησαν στην Ένωσή μας δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τέτοιου είδους συνδικαλιστικές πρακτικές.
Η δεκαετής διαχείριση χωρίς πλήρη και ελεγμένο απολογισμό, η μη αντιμετώπιση της οφειλής, η μη παράδοση των βιβλίων, των αποδείξεων και των συμβολαίων, η αδυναμία πρόσβασης στο ταμείο και οι επανειλημμένες δικαστικές προσφυγές που παρέλυσαν επί περίπου πέντε χρόνια τη λειτουργία των εκλεγμένων διοικήσεων δεν μπορούν να αποσιωπηθούν.
Ο κυβερνητικός συνδικαλισμός δεν υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων όταν διατηρεί τα οικονομικά στοιχεία στο σκοτάδι, μετατρέπει το Σωματείο σε κλειστό μηχανισμό και χρησιμοποιεί ενστάσεις και δικαστικές προσφυγές για να εμποδίσει τη λειτουργία των εκλεγμένων οργάνων. Υπηρετεί τη διατήρηση μηχανισμών και συσχετισμών που τον αναπαράγουν.
Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει ουσιαστική οικονομική ασφυξία στο Σωματείο και θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητά του να καλύπτει ακόμη και τις στοιχειώδεις λειτουργικές, νομικές και συνδικαλιστικές του υποχρεώσεις.
Η σημερινή διοίκηση δεν πρόκειται να συγκαλύψει, να αποσιωπήσει ή να συμψηφίσει ευθύνες. Απαιτεί την άμεση παράδοση του ταμείου και ολόκληρου του αρχείου της Ένωσης, την παράδοση όλων των οικονομικών βιβλίων, των αποδείξεων, των συμβολαίων, των πρακτικών και των τραπεζικών στοιχείων, καθώς και τη διενέργεια ανεξάρτητου οικονομικού, διαχειριστικού και νομικού ελέγχου.
Απαιτεί επίσης τον αναλυτικό έλεγχο όλων των εσόδων και δαπανών κατά τη δεκαετία 2013–2022, την πλήρη ανάλυση του τρόπου με τον οποίο η απαίτηση διαμορφώθηκε από 55.840,94 ευρώ σε περίπου 220.000 ευρώ, τη λήψη όλων των δικαστικών αποφάσεων, των κατασχετηρίων και των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, την επίσημη ενημέρωση από την Alpha Bank και την ασφαλιστική εταιρεία και τη διερεύνηση κάθε πράξης ή παράλειψης που ενδέχεται να προκάλεσε οικονομική ζημία στο Σωματείο.
Η περιουσία και το αρχείο της Ένωσης ανήκουν σε όλους τους εργαζομένους. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τα διαχειρίζεται χωρίς διαφάνεια, να αποκρύπτει κρίσιμες πληροφορίες, να μην παραδίδει τα στοιχεία στις εκλεγμένες διοικήσεις ή να παρακωλύει τη δημοκρατική, οργανωτική και οικονομική λειτουργία του Σωματείου.
Τα χρήματα της Ένωσης είναι χρήματα των εργαζομένων. Ούτε τα «κοράκια» των ασφαλιστικών εταιρειών ούτε οι μηχανισμοί του κυβερνητικού συνδικαλισμού έχουν δικαίωμα να τα λεηλατούν, να τα διαχειρίζονται στο σκοτάδι ή να εμποδίζουν τον έλεγχό τους.
Όλα τα στοιχεία θα τεθούν υπόψη της Γενικής Συνέλευσης. Η αλήθεια πρέπει να αποκαλυφθεί πλήρως και οι ευθύνες να αποδοθούν εκεί όπου πραγματικά ανήκουν, βάσει εγγράφων, αποφάσεων και αποδείξεων.
Λέρος, 20/07/2026
Για το Διοικητικό Συμβούλιο
Η Πρόεδρος: Φορόζη Κοντέσσα
Ο Γενικός Γραμματέας: Γεώργιος Τσουκαλάς
Σχόλια αναγνωστών
Τα σχόλια δημοσιεύονται κατόπιν έγκρισης.