Πολλοί γονείς είναι παρόντες στη ζωή των παιδιών τους: φροντίζουν, οργανώνουν, προστατεύουν, καθοδηγούν. Κι όμως, κάποιες φορές, το παιδί νιώθει μόνο. Όχι γιατί λείπει η αγάπη, αλλά γιατί λείπει η συναισθηματική παρουσία – εκείνη η λεπτή, αλλά καθοριστική αίσθηση ότι «σε βλέπω, σε νιώθω, είμαι μαζί σου».
Γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας
Η συναισθηματική διαθεσιμότητα των γονέων δεν έχει να κάνει με την τελειότητα, ούτε με το να είναι κανείς πάντα ήρεμος ή διαθέσιμος. Έχει να κάνει με το αν μπορεί να σταθεί δίπλα στο παιδί του όταν εμφανίζονται συναισθήματα που δεν είναι εύκολα, προβλέψιμα ή «βολικά».
Τι σημαίνει να είμαι συναισθηματικά διαθέσιμος ως γονέας
Συναισθηματικά διαθέσιμος γονέας δεν είναι εκείνος που λύνει όλα τα προβλήματα του παιδιού, αλλά εκείνος που αντέχει να μείνει μαζί του μέσα στο συναίσθημα. Να ακούσει χωρίς να διορθώσει αμέσως. Να κατανοήσει χωρίς να ακυρώσει. Να επιτρέψει στο παιδί να νιώσει αυτό που νιώθει, χωρίς να βιαστεί να το «φτιάξει».
Για το παιδί, αυτή η στάση μεταφράζεται σε ένα βαθύ, εσωτερικό μήνυμα: «Τα συναισθήματά μου χωράνε». Και αυτό το μήνυμα γίνεται θεμέλιο για την αυτοεκτίμηση, τη συναισθηματική ρύθμιση και τις μελλοντικές του σχέσεις.
Όταν ο γονέας δεν αντέχει το συναίσθημα
Πολλές φορές, η συναισθηματική μη διαθεσιμότητα δεν προκύπτει από αδιαφορία, αλλά από δυσκολία. Ένας γονέας που μεγάλωσε χωρίς συναισθηματικό χώρο, συχνά δεν έμαθε πώς να τον προσφέρει. Έτσι, μπροστά στο κλάμα, τον θυμό ή τη λύπη του παιδιού, μπορεί να νιώσει αμηχανία, φόβο ή εκνευρισμό.
Τότε εμφανίζονται φράσεις όπως: «Μην κάνεις έτσι», «Δεν είναι τίποτα», «Πρέπει να είσαι δυνατός». Λόγια που δεν έχουν πρόθεση να πληγώσουν, αλλά τελικά διδάσκουν στο παιδί ότι κάποια συναισθήματα δεν είναι αποδεκτά. Ότι για να παραμείνει συνδεδεμένο, χρειάζεται να απομακρυνθεί από τον εσωτερικό του κόσμο.
Οι συνέπειες στη σχέση γονιού – παιδιού
Όταν η συναισθηματική διαθεσιμότητα απουσιάζει συστηματικά, το παιδί μαθαίνει να προσαρμόζεται. Κάποια παιδιά γίνονται «βολικά» και σιωπηλά, άλλα εκδηλωτικά και έντονα, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να προκαλέσουν επαφή. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, η ανάγκη είναι η ίδια: να υπάρξει ένας ενήλικας που θα αντέξει το συναίσθημα χωρίς να απομακρυνθεί.
Η σχέση τότε κινδυνεύει να μετατραπεί σε σχέση ρόλων και υποχρεώσεων, αντί για ζωντανή συναισθηματική σύνδεση. Το παιδί μπορεί να υπακούει ή να αντιδρά, αλλά δεν νιώθει πραγματικά «συναντημένο».
Πώς καλλιεργείται η συναισθηματική διαθεσιμότητα
Η συναισθηματική διαθεσιμότητα δεν απαιτεί τεχνικές, αλλά επίγνωση. Ξεκινά από το να αναγνωρίσει ο γονέας τα δικά του όρια και δυσκολίες. Να παρατηρήσει πότε κλείνει, πότε βιάζεται να δώσει λύση, πότε αποφεύγει.
Στη συμβουλευτική γονέων, αυτό το σημείο είναι κομβικό: ο γονέας δεν «εκπαιδεύεται» απλώς, αλλά υποστηρίζεται ώστε να δημιουργήσει χώρο πρώτα μέσα του. Και όσο αυξάνεται αυτή η εσωτερική αντοχή, τόσο πιο φυσικά μπορεί να είναι παρών και για το παιδί.
Το παιδί δεν χρειάζεται έναν τέλειο γονέα. Χρειάζεται έναν συναισθηματικά διαθέσιμο ενήλικα, πρόθυμο να συναντήσει τον κόσμο του χωρίς να τον φοβηθεί. Γιατί εκεί, σε αυτή τη σιωπηλή συνάντηση, γεννιέται η ασφάλεια, η εμπιστοσύνη και η αίσθηση ότι «όπως είμαι, μπορώ να υπάρχω».











