Σαφές πλαίσιο για το πότε οι τραπεζικές καταθέσεις θεωρούνται νόμιμες και δικαιολογημένες, αλλά και πότε χαρακτηρίζονται ύποπτες και φορολογούνται βαριά, θέτει η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), μέσα από απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.
Η απόφαση λειτουργεί ως «οδικός χάρτης» για τους ελέγχους τραπεζικών λογαριασμών, διευκρινίζοντας τις υποχρεώσεις των φορολογουμένων, τα δικαιώματα της φορολογικής διοίκησης και τους κινδύνους που μπορεί να κρύβουν κινήσεις χρημάτων χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.
Πότε δεν υπάρχει πρόβλημα για τον φορολογούμενο
Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, εφόσον ο φορολογούμενος αποδείξει την πραγματική πηγή των ποσών που εντοπίζονται στους τραπεζικούς του λογαριασμούς και τεκμηριώσει ότι έχουν ήδη φορολογηθεί ή απαλλάσσονται νόμιμα από τον φόρο, τότε δεν προκύπτει καμία φορολογική επιβάρυνση κατά τον έλεγχο.
Το βάρος της απόδειξης, ωστόσο, βαραίνει τον ίδιο τον φορολογούμενο.
Πότε οι καταθέσεις θεωρούνται ύποπτες
Αν οι εξηγήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία δεν κριθούν επαρκή, τότε η προσαύξηση της περιουσίας χαρακτηρίζεται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και φορολογείται με συντελεστή 33%, ενώ επιβάλλεται επιπλέον πρόστιμο, ανάλογα με την περίπτωση.
Η διαδικασία, ωστόσο, δεν είναι απλή, καθώς στον έλεγχο λαμβάνονται υπόψη πολλές παράμετροι, όπως ο χρόνος απόκτησης του εισοδήματος, ο χρόνος κατάθεσης ή αποστολής εμβασμάτων και η συνολική εικόνα της περιουσιακής κατάστασης.
Οι 14 κρίσιμες διευκρινίσεις της ΑΑΔΕ για τους ελέγχους
Για να αποσαφηνιστούν τα συχνότερα ζητήματα που ανακύπτουν, η ΑΑΔΕ παραθέτει σειρά βασικών αρχών που καθοδηγούν τον έλεγχο:
1. Υποχρέωση συνεργασίας: Ο φορολογούμενος οφείλει να ανταποκριθεί στην κλήση της ελεγκτικής αρχής και να προσκομίσει εύλογα και αναγκαία στοιχεία που δικαιολογούν την περιουσιακή του κατάσταση, όταν αυτή δεν συμβαδίζει με τις φορολογικές του δηλώσεις.
2. Άρνηση ή αδυναμία τεκμηρίωσης: Η άρνηση ή η αδυναμία παροχής στοιχείων λαμβάνεται υπόψη εις βάρος του φορολογουμένου κατά την αξιολόγηση των αποδείξεων.
3. Αντικειμενική αδυναμία προσκόμισης στοιχείων: Αν τα δικαιολογητικά δεν μπορούν να προσκομιστούν για αντικειμενικούς λόγους (π.χ. παλαιότητα συναλλαγών και διαγραφή αρχείων από τράπεζες), οι ισχυρισμοί του φορολογούμενου γίνονται δεκτοί, εκτός αν απορριφθούν αιτιολογημένα από την εφορία βάσει άλλων στοιχείων.
4. Καταθέσεις από προγενέστερα έτη: Αν αποδειχθεί ότι οι πιστώσεις προέρχονται από εισοδήματα ή καταθέσεις παλαιότερων ετών, θεωρούνται δικαιολογημένες για το ελεγχόμενο διάστημα και δεν επεκτείνεται αυτομάτως ο έλεγχος στα προηγούμενα έτη, εκτός αν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο και εντός των ορίων παραγραφής.
5. Μεταφορά μεταξύ ίδιων λογαριασμών: Η μεταφορά χρημάτων από έναν τραπεζικό λογαριασμό του φορολογούμενου σε άλλον δικό του, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, δεν αποτελεί προσαύξηση περιουσίας.
6. Πότε γεννάται φορολογητέο εισόδημα: Το φορολογητέο εισόδημα προκύπτει στον χρόνο που αποδεικνύεται ότι το ποσό εισήχθη στην περιουσία του δικαιούχου, όχι απαραίτητα στον χρόνο του εμβάσματος.
7. Κρίσιμος χρόνος ελέγχου: Κρίσιμος θεωρείται είτε ο χρόνος κατάθεσης του ποσού (ή των τμημάτων του), είτε ο προγενέστερος χρόνος κατά τον οποίο επήλθε η προσαύξηση της περιουσίας.
8. Συλλογή στοιχείων από την εφορία: Ο προσδιορισμός του κρίσιμου χρόνου γίνεται με βάση στοιχεία που συλλέγονται από κλήση του φορολογούμενου για εξηγήσεις αλλά και από πληροφορίες από τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
9. Έλλειψη επαρκών στοιχείων: Αν η συλλογή στοιχείων είναι ιδιαίτερα δυσχερής, η εφορία μπορεί να βασιστεί στα διαθέσιμα δεδομένα και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις πλήρους έλλειψης, να θεωρήσει ως κρίσιμο χρόνο εκείνον του εμβάσματος.
10. Απόδειξη φοροδιαφυγής: Η φοροδιαφυγή πρέπει να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα στοιχεία, άμεσα ή έμμεσα (τεκμήρια), που θεμελιώνουν με επάρκεια το συμπέρασμα περί παράβασης.
11. Έλεγχος μεταφορών χρημάτων: Οι μεταφορές μεταξύ λογαριασμών εξετάζονται και διερευνάται ο λόγος πραγματοποίησής τους, με βάση τα έγγραφα που προσκομίζει ο φορολογούμενος.
12. Αναλήψεις και επανακαταθέσεις: Η ανάληψη χρημάτων και η αποδεδειγμένη επανακατάθεσή τους, εν όλω ή εν μέρει, δεν απαγορεύεται και δεν προβλέπεται χρονικός περιορισμός.
13. Τι εξετάζει ουσιαστικά ο έλεγχος: Το κρίσιμο δεν είναι ο χρόνος μεταξύ ανάληψης και κατάθεσης, αλλά αν τα αναληφθέντα ποσά έχουν ήδη δαπανηθεί για αγορές ή έξοδα που δεν δικαιολογούν μεταγενέστερες καταθέσεις.
14. Πρωτογενείς καταθέσεις: Ο έλεγχος κρίνει αν πρόκειται για «πρωτογενείς καταθέσεις», δηλαδή ποσά άγνωστης ή μη σταθερής προέλευσης, που δεν προέρχονται από αναλήψεις άλλων λογαριασμών.
Τι πρέπει να προσέχουν οι φορολογούμενοι
Η απόφαση της ΑΑΔΕ καθιστά σαφές ότι οι τραπεζικές κινήσεις από μόνες τους δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν φοροδιαφυγή. Ωστόσο, η έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές φορολογικές επιβαρύνσεις.
Η διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων, η συνέπεια μεταξύ δηλωθέντων εισοδημάτων και πραγματικής εικόνας των λογαριασμών και η έγκαιρη ανταπόκριση σε κάθε κλήση ελέγχου αποτελούν το βασικό «δίχτυ ασφαλείας» απέναντι σε φόρους και πρόστιμα που μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα επώδυνα.












