Καθώς οι διαδηλωτές πλημμυρίζουν τους δρόμους του Ιράν, κυβερνήσεις και αγορές σε ολόκληρο τον κόσμο προσπαθούν να απαντήσουν το ίδιο ερώτημα: μπορεί να καταρρεύσει η Ισλαμική Δημοκρατία; Και αν ναι, τι θα ακολουθήσει;
Οι κινητοποιήσεις, που ξέσπασαν πριν από δύο εβδομάδες, όχι μόνο δεν κοπάζουν, αλλά επεκτείνονται. Από την Τεχεράνη έως δεκάδες άλλες πόλεις μιας χώρας σχεδόν 90 εκατομμυρίων κατοίκων, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αψηφούν τις απειλές των αρχών και την ωμή καταστολή για να βγουν στους δρόμους. Πάνω από 500 νεκροί και 10.000 συλληφθέντες είναι ο ζοφερός απολογισμός. Αλλά η αντίσταση δεν κάμπτεται φουντώνει.
Πρόκειται για τη σοβαρότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει το καθεστώς εδώ και δεκαετίες.
«Η μεγαλύτερη στιγμή από το 1979»
«Αυτό είναι το μεγαλύτερο σημείο καμπής στο Ιράν από το 1979», λέει στο Bloomberg ο Γουίλιαμ Άσερ, πρώην ανώτερος αναλυτής για τη Μέση Ανατολή στη CIA, παραπέμποντας στην επανάσταση που γέννησε την Ισλαμική Δημοκρατία και άλλαξε ριζικά τις σχέσεις της Τεχεράνης με τη Δύση.
«Το καθεστώς βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Ο βασικός παράγοντας είναι η οικονομία. Το παράθυρο για να ανακτήσει τον έλεγχο στενεύει και τα εργαλεία που διαθέτει είναι λιγότερα από ποτέ».
Η αφορμή ήταν η κατάρρευση του νομίσματος και η οικονομική ασφυξία, όμως τα αιτήματα γρήγορα μετατράπηκαν σε ευθεία αμφισβήτηση του ίδιου του καθεστώτος.
Οικονομική κατάρρευση και μπλακ άουτ
Οι αρχές προσπαθούν να περιορίσουν την οργή κόβοντας το διαδίκτυο και τα τηλεφωνικά δίκτυα, ενώ ξένες αεροπορικές εταιρείες ακυρώνουν πτήσεις προς τη χώρα. Το ριάλ έχει καταρρεύσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, με τον πληθωρισμό να διαβρώνει το εισόδημα των νοικοκυριών και να μετατρέπεται σε υπαρξιακή απειλή για την κυβέρνηση.
Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις στο Ιράν παρακολουθούνται με κομμένη την ανάσα από τις αγορές ενέργειας. Το Brent εκτινάχθηκε πάνω από 5% μέσα σε δύο ημέρες, ξεπερνώντας τα 63 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές αποτιμούν το ρίσκο διαταραχών στην προσφορά από τον τέταρτο μεγαλύτερο παραγωγό του OPEC.
Η σκιά της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ενθαρρυμένος από τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα σκληρή ρητορική, προειδοποιώντας το Ιράν ότι οι ΗΠΑ θα απαντήσουν αν συνεχιστεί η αιματοχυσία. Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, ο Λευκός Οίκος εξετάζει ακόμη και στρατιωτικές επιλογές.
Το Ισραήλ βρίσκεται σε στενή επικοινωνία με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, μετά και τον 12ήμερο αεροπορικό πόλεμο του Ιουνίου, στον οποίο η Τεχεράνη και οι σύμμαχοί της υπέστησαν σοβαρά πλήγματα.
Μια πτώση του καθεστώτος θα αποτελούσε επίσης γεωπολιτικό σοκ για τη Μόσχα. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα έχανε ακόμη έναν κρίσιμο σύμμαχο, μετά τη Βενεζουέλα και την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία.
Πετρέλαιο, απεργίες και το φάντασμα του 1978
Ιδιαίτερο βάρος όπως επισημαίνει το Bloomberg δίνουν οι αγορές στην επαρχία Χουζεστάν, την καρδιά της ιρανικής πετρελαϊκής παραγωγής.
Προς το παρόν δεν υπάρχουν ενδείξεις για μείωση των εξαγωγών, όμως ο εξόριστος διάδοχος του Σάχη, Ρεζά Παχλαβί, κάλεσε τους εργαζόμενους στον πετρελαϊκό τομέα να απεργήσουν. Το 1978, παρόμοιες απεργίες είχαν αποδειχθεί θανατηφόρο πλήγμα για τη μοναρχία του πατέρα του.
Φόβος χάους
Για τις χώρες του Κόλπου, το χειρότερο σενάριο δεν είναι απαραίτητα η επιβίωση του καθεστώτος, αλλά η πλήρης αποσταθεροποίηση.
Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Κατάρ έχουν τα τελευταία χρόνια επιδιώξει αποκλιμάκωση με την Τεχεράνη, ακριβώς για να αποφύγουν μια ανεξέλεγκτη έκρηξη.
«Καλύτερα ο διάβολος που ξέρεις παρά το χάος», εξηγεί η Έλι Γκερανμάγιεχ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, υπογραμμίζοντας ότι οι διαδηλωτές προέρχονται από εντελώς διαφορετικά κοινωνικά και ιδεολογικά στρώματα και δεν διαθέτουν ενιαία ηγεσία.
Θα αντέξει το καθεστώς;
Παρά τη βαθιά αποδυνάμωση της τελευταίας διετίας, το ιρανικό κράτος διατηρεί ένα εκτεταμένο οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων και, κυρίως, τη στήριξη των σωμάτων ασφαλείας και των Φρουρών της Επανάστασης.
Η αναλύτρια του Bloomberg Economics, Ντίνα Εσφαντιάρι, εκτιμά ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δύσκολα θα επιβιώσει με την παρούσα μορφή της έως το τέλος του 2026, όμως θεωρεί πιο πιθανό ένα εσωτερικό «ανακάτεμα» ή ακόμη και ένα πραξικόπημα των Φρουρών, παρά μια καθαρή επανάσταση.
Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν επιχείρησε να ρίξει τους τόνους, μιλώντας για «διάλογο» και «επίλυση των προβλημάτων χέρι-χέρι». Λίγοι στους δρόμους φαίνεται να πείθονται. Ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ και οι δυνάμεις ασφαλείας σκληραίνουν τη στάση τους, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο θανατικών ποινών.
«Αν το καθεστώς καταρρεύσει, δεν θα είναι όμορφο», προειδοποιεί ο Άσερ. «Οι Φρουροί της Επανάστασης θα πολεμήσουν σκληρά για να το σώσουν».
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτή τη φορά το Ιράν βρίσκεται απλώς μπροστά σε έναν ακόμη κύκλο καταστολής – ή στην αρχή μιας ιστορικής ανατροπής με παγκόσμιες συνέπειες. Οι Ιρανοί μοιάζουν αποφασισμένοι. Για περισσότερη ελευθερία, για μία φυσιολογική ζωή μακριά από τη θεοκρατία, αλλά και από την στρατοκρατία. Αν το πετύχουν, θα αλλάξουν όχι μόνο τις ζωές τους, αλλά και τον κόσμο.













