Σε κλίμα έντονης συζήτησης για το μέλλον της αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν σήμερα από τις Βρυξέλλες την έναρξη της μετάβασης στο «ΝΑΤΟ 3.0», μέσα από μια εξάμηνη επανεξέταση της στρατιωτικής τους παρουσίας και των βάσεων, που διατηρούν στην Ευρώπη.

Οι ανακοινώσεις του υπουργού Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, κατά την τελευταία υπουργική σύνοδο Αμυνας του ΝΑΤΟ πριν από τη Σύνοδο Κορυφής της Αγκυρας, συνοδεύτηκαν από αιχμές κατά συμμάχων που δεν στήριξαν τις αμερικανικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν και από την προειδοποίηση ότι «ορισμένες χώρες θα αποτύχουν και άλλες θα περάσουν με άριστα». Καταγγέλλοντας τη στάση των συμμάχων μάλιστα ο Χέγκσεθ είπε ότι ήταν ντροπιαστική.

Για ακόμα μια φορά, πάντως, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε επιχείρησε να καθησυχάσει τους συμμάχους, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία της αναθεώρησης θα πραγματοποιηθεί σε στενή διαβούλευση με τη Συμμαχία, ενώ απέρριψε τις ερμηνείες περί τιμωρητικής διάθεσης της Ουάσιγκτον.

«Εντείνουμε τις προσπάθειές μας ώστε το ΝΑΤΟ να γίνει αυτό που έπρεπε πάντα να είναι: μια ισορροπημένη συμμαχία στην οποία η Ευρώπη θα αναλαμβάνει την ηγεσία για τη δική της άμυνα, το ΝΑΤΟ 3.0» σημείωσε ο Χέγκσεθ κατά τη διάρκεια της συνόδου.

«Για να υλοποιήσουμε αυτόν τον στόχο, ανακοινώνω σήμερα μια εξάμηνη αναθεώρηση του υπουργείου Πολέμου, η οποία θα εξετάσει τη διάταξη δυνάμεων και τις βάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη», πρόσθεσε, δίνοντας επίσημη μορφή σε μια στρατηγική που είχε ήδη προαναγγελθεί από τον Φεβρουάριο από τον υφυπουργό Aμυνας των ΗΠΑ, Ελμπριτζ Κόλμπι.

«Ας την αποκαλέσουμε αναθεώρηση του ΝΑΤΟ 3.0. Θα πραγματοποιηθεί σε συνεργασία με τις αμερικανικές Ενοπλες Δυνάμεις και την Ευρωπαϊκή Διοίκηση των ΗΠΑ. Θα περιλαμβάνει διαβουλεύσεις με το Κογκρέσο και τους συμμάχους μας, αλλά ας μην υπάρχει καμία αμφιβολία: πρόκειται για μια πλήρη αναθεώρηση», τόνισε.

Η ανακοίνωση δεν ήρθε, πάντως, ως κεραυνός εν αιθρία. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα ζητήσει από τους Ευρωπαίους συμμάχους να αυξήσουν δραστικά τις αμυντικές τους δαπάνες, ενώ έχει καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί να μειώσει σταδιακά το αμερικανικό βάρος στην ευρωπαϊκή άμυνα, καθώς η στρατηγική προσοχή της Ουάσιγκτον μετατοπίζεται προς την Κίνα και την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.

Ηδη από τον Μάιο, η αμερικανική πλευρά είχε ενημερώσει συμμάχους ότι εξετάζει τη μείωση του αριθμού βομβαρδιστικών, μαχητικών αεροσκαφών, πολεμικών πλοίων και άλλων στρατιωτικών μέσων που προορίζονται για τη Συμμαχία. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει κατά καιρούς απειλήσει με απόσυρση αμερικανικών δυνάμεων από τη Γερμανία, ενώ αργότερα στο επίκεντρο βρέθηκε και η Πολωνία, προτού τελικά η Ουάσιγκτον ανακοινώσει την ανάπτυξη επιπλέον 5.000 στρατιωτών στη χώρα.

Υπενθυμίζεται ότι τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ έχουν συμφωνήσει να κατευθύνουν έως το 2035 το 5% του ΑΕΠ τους στην άμυνα και σε ευρύτερες δαπάνες άμυνας και ασφάλειας. Ο Χέγκσεθ αναγνώρισε ότι αρκετές χώρες κινούνται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση, προειδοποίησε όμως ότι «ορισμένοι εξακολουθούν να πρέπει να κάνουν περισσότερα».

«Θα είμαστε ειλικρινείς γι’ αυτό, τόσο ιδιωτικά όσο και δημόσια», δήλωσε, παρουσιάζοντας παράλληλα τον προτεινόμενο αμερικανικό αμυντικό προϋπολογισμό ύψους 1,5 τρισ. δολαρίων ως «μήνυμα προς τον κόσμο».

Κατά τον ίδιο, οι επενδύσεις αυτές είναι απαραίτητες για τη διατήρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων και για την οικοδόμηση «ενός οπλοστασίου ελευθερίας που προστατεύει πρώτα απ’ όλα την Αμερική και τα αμερικανικά συμφέροντα, αλλά ταυτόχρονα στηρίζει τη δύναμη του ΝΑΤΟ και των συμμάχων μας».

Ο Χέγκσεθ άφησε επίσης να εννοηθεί ότι η αξιολόγηση των συμμάχων δεν αφορά μόνο τα ποσοστά αμυντικών δαπανών. Αναφερόμενος στις αμερικανικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, εξαπέλυσε ευθεία επίθεση σε χώρες που δεν στήριξαν την Ουάσιγκτον.

«Πάρα πολλοί σύμμαχοί μας είπαν όχι, προσπάθησαν να μας πνίξουν σε ατελείωτες νομικές συζητήσεις ή μας επέκριναν δημόσια για ενέργειες που οι ίδιοι δεν ήταν πρόθυμοι ή δεν μπορούσαν να αναλάβουν. Ηταν ντροπιαστικό», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Ο Ρούτε, πάντως, απέρριψε δημοσίως την ερμηνεία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται με τιμωρητική διάθεση απέναντι σε χώρες που δεν στήριξαν τις αμερικανικές επιλογές έναντι του Ιράν. Ερωτηθείς σχετικά κατά τη συνέντευξη Τύπου, απάντησε ότι «δεν έχω ακούσει τίποτα τέτοιο», υποστηρίζοντας ότι το μήνυμα του Χέγκσεθ αφορούσε κυρίως την ανάγκη οι σύμμαχοι να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες και να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τη συλλογική άμυνα.

Μάλιστα, ο γενικός γραμματέας εμφανίστηκε να δικαιολογεί τις δημόσιες πιέσεις του Αμερικανού υπουργού. «Χαίρομαι που το κάνει αυτό. Πρέπει να λέμε την αλήθεια ο ένας στον άλλο», υπογράμμισε προσθέτοντας ότι η Συμμαχία βρίσκεται στη μεγαλύτερη μεταμόρφωση της ιστορίας της.

Ο Ρούτε επανέλαβε πολλές φορές ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ο Καναδάς αυξάνουν πλέον θεαματικά τις αμυντικές τους δαπάνες. «Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι 139 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον αμυντικών δαπανών από την Ευρώπη και τον Καναδά. Είναι ιστορικό», υπογράμμισε.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις γερμανικές ανησυχίες. Ο υπουργός Αμυνας της Γερμανίας Μπόρις Πιστόριους έχει προειδοποιήσει επανειλημμένα ότι οποιαδήποτε μείωση ή αναδιάταξη αμερικανικών δυνάμεων θα πρέπει να γίνει με τρόπο που να μη δημιουργεί κενά στην αποτρεπτική και αμυντική ικανότητα της Συμμαχίας.

Ο Ρούτε απάντησε ότι η αμερικανική επανεξέταση θα γίνει σε διαβούλευση με τους συμμάχους και υποστήριξε ότι οι αλλαγές που εξετάζονται θα καταστήσουν τα αμυντικά σχέδια του ΝΑΤΟ «πιο ρεαλιστικά» και τελικά «ισχυρότερα».

Παράλληλα, έσπευσε να αναδείξει τη Γερμανία ως παράδειγμα συμμάχου, που ανταποκρίνεται στις νέες απαιτήσεις, σημειώνοντας ότι το Βερολίνο βρίσκεται σε πορεία ταχύτερης αύξησης των αμυντικών δαπανών του.

Ο γενικός γραμματέας επιχείρησε επίσης να υποβαθμίσει τις εντυπώσεις που προκάλεσε η σύντομη παρουσία του Χέγκσεθ στη σύνοδο. Ο Αμερικανός υπουργός παρέμεινε μόλις περίπου μιάμιση ώρα στις εργασίες των υπουργών Αμυνας, αποχωρώντας πριν από τη συνεδρίαση για την Ουκρανία και πριν από τη συμμετοχή του Βολοντίμιρ Ζελένσκι. «Ηταν εδώ σχεδόν δύο ώρες, άκουσε τη συζήτηση και αναγνώρισε τις συνεισφορές πολλών συμμάχων», σχολίασε ο Ρούτε.