Συγκεκριμένες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και υλοποιούνται τα έργα ΣΔΙΤ πρότεινε ο Πρόεδρος της ΕΝΠΕ, Περιφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου, Γιώργος Χατζημάρκος, μιλώντας σε εκδήλωση  του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, στο περιθώριο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, σε μια τοποθέτηση με επιχειρήματα και τεκμηρίωση κατά της επιχειρούμενης  “δαιμονοποίησης”  της σύμπραξης Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα.

Πρώτον, καμία απόφαση χρηματοδότησης να μη διατηρείται σε ισχύ επ’ αόριστον, όταν το έργο για το οποίο δεσμεύθηκαν οι πόροι δεν προχωρά. Δεύτερον, οι διαδικασίες των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα να ολοκληρώνονται σε χρόνο που δεν θα υπερβαίνει τον πολιτικό ορίζοντα εκείνων που αποφασίζουν να τις ενεργοποιήσουν.

Η πρώτη πρόταση αγγίζει ένα κρίσιμο  ζήτημα της διαχείρισης των δημόσιων πόρων που εγκρίνονται, αλλά παραμένουν στα “συρτάρια” δεσμευμένες και αναξιοποίητες επί χρόνια, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα και χωρίς συνέπειες για τον φορέα που αδυνατεί να προχωρήσει το έργο.

«Απόφαση χρηματοδότησης που να ισχύει στο διηνεκές, δεν επιτρέπεται πια να υπάρχει. Προς κανέναν», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Περιφερειάρχης, σπεύδοντας να καταστήσει σαφές ότι ο κανόνας πρέπει να ισχύει χωρίς εξαιρέσεις: «Και ξεκινήστε από εμένα, για να είμαστε δίκαιοι. Καμία απόφαση χρηματοδότησης δεν πρέπει πια να ισχύει στο διηνεκές. Να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία».

Η θέση αυτή εισάγει στην πράξη την αρχή της χρονικής ευθύνης στη χρηματοδότηση των έργων.  Όταν μια χρηματοδότηση παραμένει επί μακρόν ανενεργή, οι δεσμευμένοι πόροι δεν παράγουν κοινωνικό αποτέλεσμα και, την ίδια στιγμή, δεν μπορούν να κατευθυνθούν σε έργα που διαθέτουν μεγαλύτερο βαθμό ετοιμότητας.

«Τα ΣΔΙΤ πρέπει να τελειώνουν μέσα στο προσδόκιμο της πολιτικής ζωής μας»

Η δεύτερη πρόταση του Γιώργου Χατζημάρκου αφορά τον υπερβολικό χρόνο που απαιτείται σήμερα για την ολοκλήρωση ενός έργου ΣΔΙΤ. Όπως επισήμανε, οι διαδικασίες είναι τόσο μακρές, ώστε συχνά λειτουργούν αποτρεπτικά ακόμη και για τους ίδιους τους αιρετούς που καλούνται να τις επιλέξουν.

«Τα ΣΔΙΤ πρέπει να τελειώνουν μέσα στο προσδόκιμο της ζωής μας. Όχι της φυσικής, της πολιτικής», ανέφερε. Και πρόσθεσε: «Δεν μπορεί ένας πολιτικός –γιατί πολιτικοί είμαστε– να πάρει την απόφαση για ΣΔΙΤ όταν γνωρίζει ότι, αν δεν εκλεγεί τουλάχιστον τρεις φορές, δεν θα βρεθεί στο σημείο της ανακοίνωσης της λύσης του».

Κατά τον Περιφερειάρχη, ένα έργο ΣΔΙΤ θα πρέπει να μπορεί να ολοκληρωθεί, έστω οριακά, μέσα σε μία δεύτερη αυτοδιοικητική ή πολιτική θητεία. Διαφορετικά, δημιουργείται ένα σύστημα στο οποίο η απόφαση λαμβάνεται σήμερα, οι διαδικασίες μεταφέρονται από θητεία σε θητεία και η κοινωνία περιμένει επί χρόνια ένα αποτέλεσμα που διαρκώς απομακρύνεται.

Όχι στη “δαιμονοποίηση”  των ΣΔΙΤ

Ο Γιώργος Χατζημάρκος στάθηκε ιδιαίτερα και στη «δαιμονοποίηση» των ΣΔΙΤ, η οποία, όπως υποστήριξε, στηρίζεται στην αντίληψη ότι κάθε συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα συνιστά υποχώρηση του πρώτου απέναντι στα ιδιωτικά συμφέροντα.

Χαρακτήρισε το αφήγημα αυτό «μηδενιστικό» και «διχαστικό», επισημαίνοντας ότι καλλιεργεί έναν τεχνητό διαχωρισμό ανάμεσα στην «αγιοποίηση» του Δημοσίου και στη «δαιμονοποίηση» της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, αντί να επιτρέπει μια ουσιαστική συζήτηση για την αποτελεσματικότητα, το κόστος και τη διαχρονική συντήρηση των έργων.

Τα ΣΔΙΤ ως εργαλείο συντήρησης των δημόσιων υποδομών

Ο Γιώργος Χατζημάρκος υπερασπίστηκε συνολικά το μοντέλο των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, υποστηρίζοντας ότι στην Ελλάδα παραμένει ένα «εξαιρετικά παρεξηγημένο» χρηματοδοτικό εργαλείο.

Αναφέρθηκε ειδικότερα στην αντίληψη που παρουσιάζει τα ΣΔΙΤ ως υποχώρηση του δημόσιου τομέα απέναντι στα ιδιωτικά συμφέροντα, χαρακτηρίζοντας το σχετικό αφήγημα «μηδενιστικό» και «διχαστικό».

Για τον ίδιο, η χρησιμότητα των ΣΔΙΤ δεν περιορίζεται στην κατασκευή ενός έργου. Περιλαμβάνει τη δημοσιονομική διαχείριση, την ποιότητα της υποδομής και, κυρίως, τη διασφάλιση της συντήρησής της σε βάθος χρόνου.

«Μέσα από τα ΣΔΙΤ πετυχαίνεις καλύτερη δημοσιονομική διαχείριση και πετυχαίνεις την εξασφάλιση ότι οτιδήποτε ολοκληρώσεις θα είναι εκεί και αύριο και μεθαύριο και αντιμεθαύριο, συντηρημένο», σημείωσε.

Σύμφωνα με τον Περιφερειάρχη, το ζητούμενο δεν είναι ένα έργο να χαρακτηρίζεται εκ των προτέρων «φθηνό» ή «ακριβό», αλλά να παραδίδεται σε ένα κόστος που μπορεί να αντέξει σε δημόσιο έλεγχο και να εξακολουθεί να υπηρετεί την κοινωνία για πολλά χρόνια.

«Το κράτος εξασφαλίζει ότι οι πολίτες θα πάρουν, σε μία δίκαιη τιμή, σε ένα δίκαιο κόστος, ένα έργο που θα είναι εκεί και μεθαύριο. Κι αυτό είναι ευθύνη της Πολιτείας», τόνισε.

Ενίσχυση του ρόλου των Περιφερειών

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη θέση των Περιφερειών μέσα στο σημερινό διοικητικό σύστημα, χαρακτηρίζοντας τον ρόλο τους «λίγο αμήχανο». Όπως υποστήριξε, οι Περιφέρειες καλούνται συχνά να αναλάβουν υποθέσεις όταν ένας σχεδιασμός έχει αποτύχει, όταν ένα έργο έχει καθυστερήσει ή όταν οι αρχικοί δικαιούχοι δεν έχουν κατορθώσει να φέρουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

«Σε ό,τι έχει να κάνει με την παραγωγή έργου στην κοινωνία, είναι οι οργανισμοί οι οποίοι στις κρίσεις, όταν κάτι πάει στραβά, όταν ένα σχέδιο έχει λίγο πέσει έξω, όταν οι αρχικοί δικαιούχοι δεν έχουν φέρει το αποτέλεσμα, στη συζήτηση για το πώς θα ξεκολλήσουμε καλούνται και οι Περιφέρειες», επισήμανε.

Για τον λόγο αυτό, υποστήριξε ότι ο ρόλος των Περιφερειών στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση έργων ΣΔΙΤ πρέπει να ενισχυθεί θεσμικά και ουσιαστικά.

Το τρίτο εμπόδιο: Η κατάχρηση των προσφυγών

Πέρα από τις δύο βασικές προτάσεις του, ο Γιώργος Χατζημάρκος έθεσε και ένα τρίτο ζήτημα: τις συνεχείς προσφυγές που μπορούν να διακόψουν ή να καθυστερήσουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα μια επένδυση ή ένα δημόσιο έργο.

Όπως ανέφερε, τα δικαιώματα πρέπει να προστατεύονται, αλλά η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει και την κατάχρησή τους όταν αυτή οδηγεί σε διαρκή διοικητική και δικαστική ακινησία.

«Δεν μπορεί οποιοσδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή, να σταματάει την οποιαδήποτε αναπτυξιακή πρωτοβουλία γιατί έτσι», είπε, ζητώντας την αντιμετώπιση του φαινομένου σε διοικητικό, θεσμικό και νομικό επίπεδο.