Στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος τοποθετήθηκε ο Κοσμήτορας της Βουλής και Βουλευτής Δωδεκανήσου Βασίλης Α. Υψηλάντης σχετικά με το προτεινόμενο από τη Νέα Δημοκρατία προς αναθεώρηση άρθρο 16 που αφορά την Παιδεία, την Τέχνη και την Επιστήμη. 

Ο κ. Υψηλάντης επέκρινε την απαράδεκτη στάση της Αντιπολίτευσης, η οποία επιχειρεί να προβεί σε δήθεν μαθήματα Δημοκρατίας και Συνταγματικότητας στην παράταξη που εισηγήθηκε και ψήφισε το μακροβιότερο Σύνταγμα μέχρι στιγμής στην χώρα μας, στάση η οποία αποτελεί ύβρη στην πολιτική ιστορία του τόπου μας.

Επί του άρθρου 16, ο Βουλευτής Δωδεκανήσου σημείωσε τον παραλογισμό της θέσης της Αντιπολίτευσης περί αντιδημοκρατικής διάταξης τη στιγμή που σε όλες τις δημοκρατικές και προοδευτικές χώρες αναπτύσσονται και λειτουργούν μη κρατικά πανεπιστήμια. 

Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για το άρθρο 16 δεν κινείται μόνο στον άξονα της ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων αλλά και σε δύο πρόσθετες παρεμβάσεις που αγγίζουν ζητήματα εθνικής συνοχής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας, τα οποία αποτελούν στοιχεία σύγχρονου συνταγματικού πατριωτισμού. 

Συγκεκριμένα, προβλέπεται η κρατική μέριμνα για την προώθηση και την προαγωγή  της ελληνικής γλώσσας. Αναλαμβάνει δηλαδή το κράτος την υποχρέωση να στηρίζει την καλλιέργεια, τη διδασκαλία και τη διεθνή προβολή της ελληνικής μας γλώσσας. 

Επιπλέον, η πρόταση της κυβερνώσας παράταξης αφορά και την συνταγματική κατοχύρωση της ελληνικής σημαίας ως συμβόλου του ελληνικού έθνους. Ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο κοινό συμβολικό σημείο αναφοράς που θα υπερβαίνει τις κομματικές αντιπαραθέσεις και τις πολιτικές διαιρέσεις. 

Τέλος, όσον αφορά τα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης που μπορεί να έχουν είτε δημόσιο είτε ιδιωτικό χαρακτήρα, ο κ. Υψηλάντης υποστήριξε ότι το Σύνταγμα δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε συγκεκριμένα οργανωτικά μοντέλα αλλά οφείλει να θεσπίζει τους βασικούς όρους όπως είναι η πλήρης αυτοδιοίκηση τους, η κρατική τους εποπτεία και οι εγγυήσεις σχετικά με την υψηλού επιπέδου παροχή σπουδών. 

Ακολουθεί η πλήρης τοποθέτηση του βουλευτή Δωδεκανήσου, Βασίλη Α. Υψηλάντη: 

«Η πρόταση της ΝΔ αναθεώρησης του άρθρου 16 του Σ δεν κινείται μόνο στον άξονα της ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων αλλά και σε δύο πρόσθετες παρεμβάσεις που αγγίζουν ζητήματα εθνικής συνοχής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας τα οποία αποτελούν στοιχεία σύγχρονου συνταγματικού πατριωτισμού και όχι ως εκδηλώσεις συντηρητικής αναδίπλωσης.

Η πρόβλεψη κρατικής μέριμνας για την προστασία και προαγωγή της ελληνικής γλώσσας δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή, αλλά αναγνώριση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας.

Η ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας. Αποτελεί φορέα ιστορικής συνέχειας τριών χιλιάδων ετών, θεμέλιο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και μέσο διατήρησης της συλλογικής ταυτότητας του έθνους.

Στην πραγματικότητα, πολλά ευρωπαϊκά συντάγματα περιέχουν αντίστοιχες προβλέψεις:

• Το Σύνταγμα της Γαλλίας ορίζει ότι «η γλώσσα της Δημοκρατίας είναι η γαλλική».

• Το Σύνταγμα της Ισπανίας κατοχυρώνει την καστιλιάνικη ως επίσημη γλώσσα του κράτους.

• Το Σύνταγμα της Πορτογαλίας προβλέπει ειδική υποχρέωση προστασίας και διάδοσης της πορτογαλικής γλώσσας.

• Αντίστοιχες ρυθμίσεις συναντώνται σε Ιρλανδία, Μάλτα, Φινλανδία και άλλες χώρες.

Επομένως, η πρόταση δεν εισάγει κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα. Αντιθέτως, θεραπεύει μια ιδιομορφία του ελληνικού Συντάγματος, το οποίο μέχρι σήμερα προστατεύει πλήθος πολιτιστικών αγαθών χωρίς να αναφέρεται ρητά στη γλώσσα που αποτελεί τον βασικό τους φορέα.

Η προστασία της γλώσσας σημαίνει ότι το κράτος αναλαμβάνει θετική υποχρέωση να στηρίζει την καλλιέργεια, τη διδασκαλία και τη διεθνή προβολή της ελληνικής γλώσσας.

Ανάλογη είναι η σημασία της συνταγματικής κατοχύρωσης της ελληνικής σημαίας ως συμβόλου του ελληνικού έθνους.

Η σημαία δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα, σε κάποια ιδεολογία ή σε κάποια πολιτική παράταξη. Ανήκει σε όλους τους Έλληνες.

Αποτυπώνει:

• τους αγώνες της εθνικής ανεξαρτησίας,

• τις θυσίες των προηγούμενων γενεών,

• τη συνέχεια του ελληνικού κράτους,

• τη συλλογική μνήμη του έθνους.

Σε πολλές ευρωπαϊκές έννομες τάξεις τα εθνικά σύμβολα απολαμβάνουν αυξημένη συνταγματική προστασία. Η αναγνώριση της σημαίας στο Σύνταγμα δεν αποσκοπεί στην ποινικοποίηση της διαφορετικής άποψης ούτε στην περιστολή της ελευθερίας της έκφρασης. Αποσκοπεί στην ανάδειξη ενός κοινού συμβολικού σημείου αναφοράς που υπερβαίνει τις πολιτικές διαιρέσεις.

Η προστασία των εθνικών συμβόλων δεν αποτελεί χαρακτηριστικό συντηρητικών πολιτευμάτων. Είναι στοιχείο ώριμων δημοκρατιών που διαθέτουν αυτοπεποίθηση ως προς την ιστορία και την ταυτότητά τους.

Η Αριστερά συχνά επιχειρεί να παρουσιάσει τέτοιες ρυθμίσεις ως επιστροφή σε παρωχημένες αντιλήψεις περί έθνους.

Η κριτική αυτή παραβλέπει ότι στον 21ο αιώνα η υπεράσπιση της πολιτισμικής ταυτότητας αποτελεί κοινό ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Δεν είναι συντηρητισμός:

• η προστασία της γλώσσας,

• η ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς,

• η αναγνώριση των εθνικών συμβόλων.

Συντηρητισμός θα ήταν η άρνηση προσαρμογής στις νέες συνθήκες. Αντιθέτως, η διατήρηση των στοιχείων που συγκροτούν τη συλλογική μας ταυτότητα μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον αποτελεί όρο για την ουσιαστική συμμετοχή μας σε αυτό.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας δεν περιορίζεται στη συνταγματική αναγνώριση «μη κερδοσκοπικών» ιδρυμάτων.

Η διατύπωση περί ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης που μπορούν να έχουν δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα, με πλήρη αυτοδιοίκηση, υπό κρατική εποπτεία και με εγγυήσεις υψηλού επιπέδου σπουδών, επιλέγει συνειδητά να μην εγκλωβίσει το Σύνταγμα σε συγκεκριμένα οργανωτικά μοντέλα.

Αυτό είναι θεσμικά ορθό για τρεις λόγους:

Πρώτον, τα συντάγματα καθορίζουν αρχές και όχι επιχειρησιακές λεπτομέρειες.

Δεύτερον, το αν ένα ίδρυμα είναι κερδοσκοπικό ή μη κερδοσκοπικό αποτελεί ζήτημα νομοθετικής πολιτικής και όχι συνταγματικής ταυτότητας του πολιτεύματος.

Τρίτον, η πραγματική εγγύηση ποιότητας δεν είναι ο φορολογικός ή εταιρικός τύπος του φορέα αλλά:

• η ακαδημαϊκή αξιολόγηση,

• η πιστοποίηση προγραμμάτων,

• η κρατική εποπτεία,

• η διασφάλιση των ακαδημαϊκών ελευθεριών.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ένα ίδρυμα είναι δημόσιο, ιδιωτικό, μη κερδοσκοπικό ή κερδοσκοπικό.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν:

• παρέχει υψηλού επιπέδου σπουδές,

• παράγει έρευνα,

• υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο ποιότητας,

• υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον της εκπαίδευσης.

Αυτές ακριβώς τις εγγυήσεις οφείλει να θέτει το Σύνταγμα και όχι να προκαθορίζει για τις επόμενες γενιές ένα μοναδικό οργανωτικό μοντέλο που αντανακλά τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του 1970.».